Heavy

26.1.16

Ξύπνησε για δεύτερη φορά, περπατώντας.
Κι ήταν ο δρόμος επαναλαμβανόμενος.
Η διαδρομή, ένα τέλμα μόνη της.
Ένας μικρός, ρομαντικός θάνατος.
Δε θυμόταν να βαδίζει, μα.
Μια ριπή κρύο κίνησε τα μέσα του.
Σαν ουρλιαχτό βραχνό, από ένα λαιμό γεμάτο δέντρα.
Σαν αλύχτισμα-ένα πλάσμα δίχως όνομα.
Κοίταξε τα πόδια του, μοιρολατρικά.
Μια ψιλή βροχή ,κέντημα στο παλτό του-χλωμά αστέρια στη λάμψη λίγων watt.
Πως είχε φτάσει εδώ.
Δεν φάνταζε να έχει σημασία.
Ούτε αυτή η χαλικόστρωτη φλέβα, που θελε να τον πάει.
Δεν είναι το που, είναι το πως.
Που φάνταζε σαν γκάζι ανοιγμένο στην εθνική.
Σαν εικόνα πίσω απ το καπνισμένο γυαλί του Πόε, (ω Χώρα Των Ονείρων!).
Σαν αυτόχειρας κωμικός που ‘χε χαράξει πάνω του.
Σινιάλα σ έναν άγνωστο θεό.
Σ ένα δικό του. 
Δικό του, Όπως ένιωθε τα τσιγάρα που φώλιαζαν στην τσέπη.
Σκέψεις κτήμα του, πυρετικές.
Λαβύρινθος.
Είχε σταματήσει να σκέφτεται το που.
Σχεδόν ακόμα και το ποιος.
Τα πρόσωπα χάνουν τα χαρακτηριστικά τους.
Σε περιτριγυρίζουν άμορφοι.
Αόμματοι, χωρίς αγάπη ή νόστο.
Μετά από ένα σημείο χάνουν οι ερωτήσεις το νόημα τους.
Και βουλιάζεις στο συναίσθημα.
Βουλιάζεις σε σένα κι από κει φίλος, δύσκολα κάποιος θα σε τραβήξει.
Ξάφνου σταμάτησε.
Τον άρρωστο ειρμό, μα και τα βήματα του.
Έκατσε σ ένα παγκάκι.
Μεταλλικό, με δώρο τέτανο.
Έβγαλε μηχανικά το πακέτο.
Ζαρωμένο, λυπηρός μεροκαματιάρης που περιμένει σύνταξη. 
Φύλαγε ακόμα μερικά τσιγάρα.
Με τη λεζάντα του, φθαρμένη.
Περασμένα μεγαλεία.
Τράβηξε ένα με το στόμα.
Του βάλε φωτιά, να ξορκίσει το κακό.
Τράβηξε.
Κι έπειτα έκλαψε, σιδερένια δάκρυα.
Μικροί λυγμοί, που τους σιχαίνονταν.
Μα ήταν εντάξει.
Δεν ήθελε πια να ερμηνεύει.
Να ψάχνει.
Αυτή η αναζήτησή για διαμάντια στα σκατά, νισάφι.
Το σβήσε με το πόδι.
Όπως τα πάθη του.
Αφού το μάτι του εξαπτέρυγου λένε πως δε σ’ αφήνει.
Στο σκοτάδι και στ’ αγκάθια.
Στο δίλημμα που πάντα έρχεται.
Στο σταυροδρόμι μ’ ανοιχτά χέρια, εκείνη τη μέρα που ήταν όλα γκρίζα.
Διάλεξε να ζήσει.
Ν’ αναπνέει τη στάχτη και να βαδίζει τη σιωπή.
Ας ήταν ολομόναχος κι οι άλλοι όλοι μαζί.
Είτε κομεντί, είτε δράμα ταινία.
Ήταν ζωντανός, κι αυτό είχε σημασία.

Anthem

29.6.15

Κοιτά μαμά, η κρεμάλα.
Και η σκιά μεγάλωσε σα να την τάισα γάλα.
Είχα τρεις φίλους, τώρα κοιμούνται με σκυλιά.
Και έχω ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Κοιτά μπαμπά,γκρεμίζουνε τα όνειρα.
Μεγάλωσα και 'γω, αν και λιγάκι αθόρυβα.
Μυρίζω οργή στον κόσμο και αίμα στα στενά.
Κι έχω ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Δείτε καλοί μου άνθρωποι, κοιτάτε με ψυχή.
Το αύριο που έρχεται, με τη λοβοτομή.
Μα πριν να με κλειδώσετε, μπλούζα λευκή, φαρδιά.
Είχα ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Είχα ιστορία σουβενίρ, άσχημα πλαστικά.
Είχα Δεσμώτη μπάσταρδο, έγνεφε τσιμουδιά.
Με γόνατα που τρέμανε στη δουλειά και στο μυαλό ουρλιαχτά.
Κάποιος με φώναξε:"ραγιά".
Μ' αυτό το φόβο, αυτό το φόβο στην καρδιά.
*
Κοιτά μαμά, μια διχάλα.
Παλεύει λέει ο άνθρωπος, τον άνθρωπο αντάμα.
Κι αν ζήτησες Ομόνοια και ήρθε μαχαίρια;
Κι αν άνθισαν παντού εχθροί κι έσπειρες φαμελιά;
*
Ελπίζω.
*
Σε σχέδια που δεν ειν' χαρτιά.
Θα σφίξω το ζωνάρι μου, θα λύσω τα σκυλιά.
Θα περισώσω το παιδί και ας καούμε τ' άλλα.
Θα ασπαστώ το διάβολο, θα κατεβώ τη σκάλα.
Μα, έπειτα απ όλα αυτά.
Πατέρα κοίτα. 
Δεν έχω φόβο πια.


Santa Muerte

6.5.15

Έφτασε η νύχτα της γιορτής.
Μα έλειπε η Μουέρτα.
Κόκκινο χρώμα της πληγής.
Κι είν’ η καρδιά μου πέτρα.
*
Μου μιλάν. Φίλοι, γνωστοί.
Μα το μυαλό μου είναι στο χθες.
Γύρω μου άνθρωποι θολοί.
Ράβουν ότι απέμεινε, πολύχρωμες κλωστές.
*
Ένα φεγγάρι άρρωστο ψηλά.
Ψάχνει την κόρη με τα μαύρα.
Φεγγάρι που χει κι άλλη μεριά.
Αβάντα μου Κεντάβρα.
*
Έφτασε βράδυ πιο γλυκό, έσπασε πια το κρύο.
Οινόπνευμα στο στόμα μου, εικόνες ζωντανές.
Το σπίτι είναι ήσυχο, μα έχω στο νου φωνές.
Αφού αλλού χαμογελάς, εγώ θε πια να δύω.
*
Δε μιλάω. Πουθενά.
Κι η πόρτα μέρες κλειστή, μα ακούγεται ο κρότος.
Βάζω τα τραγούδια σου και σκίζω τα χαρτιά.
Του Κώστα το βαλσάμωμα, θλιμμένος πιερότος.
*
Δε θέλω να είμαι μάταιος, δε θέλω να μαι λάθος.
Κι αν κάτι λίγο ένιωσα, το έκαμα σε βάθος.
Τα λόγια μου τόσο φτωχά, ίσως με πράξεις δείχνω.
Δε θέλω. Ούτε χρόνο, ούτε οίκτο.
*
Ένα τσιγάρο δρόμος, ως τη σελήνη.
Κοιτά τ’ αντίπερα η Mουέρτα και καπνίζει.
Τενεκεδάκι κόκκινο, σηκώνει αργά και πίνει.
Στην άκρη από τα μάτια της, ένα λουλούδι ανθίζει.

BiteThe4

28.9.14

Αν αγαπάς ακόμη κι αν μπορείς.
Στο όνομα του, με θυμό.
Δάγκωσε τη σφαίρα.
Φτύσε χάμω τον κάλυκα, μύρισε το μπαρούτι.
Και σβήσε πια την πάρτη σου.
Στο κάδρο της φαμίλιας.
Άστους με πίκρα, με κακό, καμώματα της ζήλιας.

Αν έχεις κότσια κι άντερα.
Για των χεριών την τέχνη.
Κλείσε το μάτι στο σπαθί.
Μάθε από τα κακοτόπια, όχι από τ’ ανθρώπια.
 Αντέστρεψε πια την άμπωτη και πνίξτους όλους, μπέσα.
Τους στεριανούς, στερνόμυαλους, ίσα τα πόδια μέσα.
Δείξτους μικρά φαντάσματα, τα χάπια, τα σιρόπια.

Αν ονειρεύεσαι με κρίματα αγκαλιά σου.
Μια για το γαμώτο.
Πάνε ανάποδα.
Εναντιώσου στο χρησμό και ο Χριστός μαζί σου.
Δεν είναι ράγες η ζωή, ούτε κισμέτ ή μοίρα.
Είναι το τέρας που χαμογελά, κάτω απ’ την αρμύρα.
Κι αν είναι άσπρα ή μαύρα τα πανιά, καθόλου μη σε νοιάζει.

Φθινόπωρο, στην άδεια αυλή του Βασιλιά.
Νεκροί τώρα νεόνυμφοι, Τριστάνος και Ιζόλδη.
Παλιάτσος ήταν ο φονιάς.
Ξεπλένει το αμάρτημα με μπράντυ.
Γελά άηχα φέροντας, στίγμα του παραβάτη.
Κρατώντας στην παλάμη του, Το Μαύρο Το Σημάδι.

Στο χάλασμα των σκηνικών, στων αστεριών τη δύση.
Πρώτος το άδικο θ’ ασπαστώ και θα ζωστώ, μανδύα άλικο.
Έχοντας μνήμες εχθρικές, κρέας ανθρώπινο στα δόντια.
Μια δίψα για καταστροφή, καμία πια συμπόνια.
Μανία που όμορφη χαράζει, πάνε τα χρόνια.
Κι αν είναι οι χαρές, τα παιδιά και τα λεφτά σου. Εκατομμύρια.
Ζήσε πανευτυχής, μα. Πρόσεχε την παλλίροια.

Tower16

28.4.14

Έχω ένα πύργο κρυμμένο.
Φτιαγμένο από χαρτιά.
Βαθιά στο χαρακτήρα μου και πίσω από τα μάτια.
Όλο εγώ τον φτιάχνω πιο ψηλό.
Κι όλο αυτός χαλάει.
Μα μη ρωτήσεις Ρήγα μοχθηρό.
Τους πούστηδες Βαλέδες.
Γιατί το κτίσμα πέφτει.

  Κάρτες που κράτησα κλειστές, κάρτες καιρό καμμένες.
Μαζεύτηκαν σωρό.
Δίχως κάποιο μεγάλο σχέδιο, μια μεγάλη ιδέα.
Με μια δόση χάους και ένα κάποιο αίσθημα.
Άκουσες ποτέ για τη Βαβέλ.
Τη γλώσσα που μιλάω.
Κι εκείνη που μιλάς.
Μ’ έναν παράδεισο που ξέμεινε, στις ζωγραφιές και τα σκαριά.

Αρκάνες απ’ τα σκοτεινά, του εξαποδώ φιγούρες.
Πατάν η μία στην άλλη κι όλες μαζί στην πλάτη μου.
Στιγμές πίσω από κάγκελα.
Σκισμένες λίστες και χαρτιά, ρυτίδες πάνω σε φάτσα.
Ούτε το Δέκα το καλό με των σπαθιών το Δύο.
Ερμηνεύουν πώς μειδιώ.
Δεκάξι φορές μετάνιωσα.
Καίγομαι στο 21.

Τράβα μια κάρτα, αν έχεις κότσια.
Δώσε κομμάτι ονείρου, ρουλέτα της ζωής.
Και πόνταρε στους ανθρώπους σου, να δεις για πότε χάνεις.
Κρατούνε λόγια και χαρτιά.
Γίναν οι άνθρωποι στοιχειά.
Στο στήθος βάρος τα μυστικά.
Και δεν κοιμάσαι πια.

Ωστόσο, δεν ξόφλησα ακόμα.
Δεν απέτυχα.
Έγινα μόνο άριστος, να ξεκινάω πάλι.
Και ο Τρελός της τράπουλας χαζεύει τα συντρίμμια.
Πλησίασε και μη στενοχωριέσαι.
Κάθε που ξημερώνει, κάθε Δευτέρα, κάθε αγάπη περσινή.
Θα βάζουμε μπρος αστεία, γρίφους και κάρτες στο σωρό μας.
Ενώ η βροχή είναι κεραυνός, θα χτίσουμε.
Μια τρανή βλαστήμια.

Descent9

19.3.14

Βγες απ’ την εξώπορτα.
Και πάρε μιαν ανάσα.
Τίποτα δεν τελειώνει όπως αρχίζει,
Κι ίσως υπάρχει μια ευκολία σ’ αυτό.
Επιπόλαια – σαν κραγιόν στον καθρέφτη.
Ωστόσο μην το σκεφτείς πολύ.
Κατέβα τρία σκαλιά.
Και ψάξε μια τσέπη.
Πράγματα μικρά σε σκοτώνουν.
Τα ψίχουλα που έκλαψες να βρέξει ένα βράδυ.
Ίσως να σε χαζεύουν.
Πίσω από άχρωμο βιτρώ.
Ένας αντίχριστος γεννιέται.
Άλλες πόρτες μη χτυπήσεις.
Όσο δελεαστική κι αν είναι η θέρμη.
Το κρύο σου ταιριάζει καλύτερα.
Σαν τα φαντάσματα ερωτεύεσαι σφοδρά.
Μα ν’ αγκαλιάσεις δε μπορείς.
Πίσω από κλειδαρότρυπες πηδιούνται οι ελπίδες.
Σύξυλο η ζωή, με το σουτιέν στο μπάνιο.
Ντουβάρια σιωπηλά, το φως σου θε να σβήσει.
Μένει μια αίσθηση κενού και μια πικρή ανάσα.
Άνοιξε την πόρτα «εννιά».
Συνάντησε το τέρας.
Τιμώρησε τον παράδεισο.
Κι ανάγκασε το διάολο, τα γένια του ν’ ανάψει.

Καταραμένος να ‘σαι.

Ahead.

12.3.14

Εμπρός.
Κάνε το κομμάτι σου και φύγε.
Πάρε όσα σου χρώσταγα, όσα ήταν δικαιωματικά δικά σου.
Πάρε ότι μπορείς.
Μα ποτέ τυχόν μη δώσεις.
Όσοι δίνουν, καταλήγουν άδειοι στο περιθώριο.
Σα φιλιά Παραφρόνων.
-
Άντε.
Μην αργείς και ζήσε παραπέρα.
Κλείσου σ’ ένα άσχημο διαμέρισμα με τον όμορφο εαυτό σου.
Βγες δίχως αύριο με αγνώστους και κοίτα τ’ αστέρια.
Μα μην τολμήσεις να σκεφτείς.
Αυτοί που σκέφτονται πεθαίνουν κάθε μέρα.
Κι όλο κλαίνε.
-
Τι κρατιέσαι.
Έχεις δρόμο δικό σου - τόσες ειλικρινείς φιλοδοξίες.
Τα όνειρα τεράστια κι οι άνθρωποι τόσο μικροί.
Δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
Πρόσεξε ωστόσο, τα όνειρα δε μοιράζονται.
Όσοι κάνουν το λάθος, μιλούν με γρίφους, ακατάληπτα.
Μια λύπη πιο βαθιά απ’ τη θάλασσα.
-
Ακόμα εδώ?
Ίσως κι αυτές οι γραμμές σε βλάπτουν.
Μιας και λόγια κάποιου άλλου είναι, κάποιου που δεν τον ξέρεις.
Η σκέψη να δεις απ’ τη ματιά του άλλου, πόσο ανόητη.
 Πες πως κάποιος κάποτε σκέφτηκε τη θέση τη δικιά σου.
Κι αυτός χαμένος πάει.
-
Βίρα τη σημαία σου.
Σε όμορφα νερά που θα ‘ναι πάντα δικά σου.
Σαν το χαμόγελο και την καρδιά σου.
Ποτέ μην τη δώσεις.
Εκείνοι που σφάλουν, χίμαιρες κυνηγούν.
Γυμνοί και κρύοι ταξιδεύουν κάτω απ’ το Σέλας.

Γυρεύοντας το πιο όμορφο ξημέρωμα.

Halcyon

23.1.14

Μέρες θερμές μεσ’ το χειμώνα.
Δύσκολα με βγάζουν απ’ τα παπλώματα κι από τα μαξιλάρια.
Χάνομαι σε όμορφα κι αγχωτικά όνειρα.
Αφήνοντας τον τρόμο μου κάπου πίσω.
Να τρώει πατατάκια και ποπ-κορν.
Σε μία ταινία που ήταν στα προσεχώς.
Μα κοίτα, τώρα αρχίζει το καλό.
*
Μέρες με πρίμο καιρό.
Βλέπεις τον Κώστα να μη γκρινιάζει.
Κι απορείς.
Με μια φούσκα πάνω απ’ το μικρό σου κεφάλι.
Σαν χαρακτήρας κόμικ.
Αν και τα σκίτσα δεν κλαίνε στα τηλέφωνα.
Ούτε γελάνε με τα χαζά αστεία.
*
Μέρες, σαν άσπρες τρίχες στα μαλλιά.
Χαζεύοντας εφέ καταστροφής στο παρελθόν.
Με μια αβεβαιότητα στο στομάχι για όσα θα συμβούν.
Βγαίνεις από το σινεμά, με ένα εκφραστικό χαμόγελο.
Κι αν σκοτώνουν τάχα τ’ άλογα όταν γεράσουν.
Ποιος είπε ότι εκείνα πεθαίνουν.
Έτσι δεν είναι Ροσινάντε?
*
Μέρες αβολίδωτες σ’ ένα πιστόλι αποκριάς.
Αποδέχομαι τον χειρότερο εαυτό μου.
Και συζητώ μαζί του.
Τις πταέι, quo vadis, άντε μου στον αγύριστο.
Μα, τόσο φλύαρος που είμαι, ότι καλύτερο είπα ποτέ.
Ήταν η σιωπή μου.
*
Μέρες ηλιόλουστες, σταμάτα πια να σκας.
Βγάλε τη διάθεση βόλτα, μαζί με τη μαυρίλα σου
Πέτα ένα κουκουνάρι στο γκρεμό, να δεις ποιο θα πετάξει.
Τα μαύρα μάτια του νοσταλγού βλέπουν καλύτερα.
Άσε που τρώει το πιο νόστιμο ψωμί.
Μην ανησυχείς, μιας και τα πουλιά, οι ψυχές, τα δάκρυα θε να γυρίσουν πάλι.
Αλκυονίδες μέρες.

Lake#7

14.1.14

Κι έτσι απλά, ένα απόγευμα που βλέπαμε τους τοίχους αγκαλιά.
Και λέγαμε τι χρώμα να τους βάψουμε.
Με φίλησες.
Κι εγώ έγινα ρευστός.
Μικρός θεός ανήμπορος, προσκυνητής σκυφτός.
Περνώντας απ’ τους τόπους σου, σιγά.
Μια άρρωστη παλίρροια που μέσα σου ξυπνά.
Την αίσθηση του χάους, του χάνομαι, του πάρε με παντού.
Σε βλέπω να δαγκώνεσαι.
Κάτω κόκκινο χείλος.
Μοιάζει με χείλος του γκρεμού, αφού.
Νιώθω επικίνδυνα κοντά σου, όταν είμαστε μαζί.
Αφόρητα ασυγκράτητοι και δυο φορές χαζοί.
Οι θάλασσες σου κι αυτή η πειθώ σου.
Που σβήνει το θυμό.
Αυτό το πάνω-κάτω.
Στα συναισθήματα.
Δεν χωρά σε λέξεις κι ούτε θα πρεπε.
Ίσως να το μάθεις.
Πως ένα κουβάρι σκαλίζω όταν είσαι μακριά.
Ίσιες σκέψεις και λέξεις που πήγανε στραβά.
Κι ένας μικρός πόνος φώλιασε στην καρδιά.
Μα, χωρίς να τηλεφωνήσεις, χτύπησες το κουδούνι.
Πέσαμε στο πάτωμα.
Ούτε ύπνος, ούτε κούραση.
Κανένα ύπουλο φάντασμα φαντασίωσης.
Μονάχα.

Εσύ.

Venice Verse

11.1.14

Μου λες, τι θες.
Τι τραβάει η όρεξη σου.
Κι απαντάω μισόλογα.
Ενώ κάπου συλλογιέμαι.
Πως αν επιθυμούσα κάτι αληθινά.
Αυτό θα ήταν να γύριζα στη Βενετία, ένα κρύο βράδυ όπως τούτο.
*
Μαυροντυμένος, χαζολογάς με τη σκιά σου.
Μ' ένα τρόπο που πάντα απολάμβανες.
Ενώ η κουκούλα σκεπάζει μάτια και κακό σκοπό.
Ζέστη βγαίνει από ένα πανδοχείο.
Καθρεφτίζουν οι λάμπες στα νερά όσα ποθούσες.
Ανατριχιάζεις.
Σκόρπιοι άνθρωποι, διασκεδάζουν και δυστυχούν, το δίχως άλλο.
Κάτω από φεγγάρι ανάποδο και μέσα στα στενά.
Μορφές , βοή, κλαυσίγελως.
Θαρρούν πως θα θυμούνται, οι επόμενοι.
Τ' αχυρένια κορμιά - τις επτασφράγιστες καρδιές τους.
Μα εσένα δε σε νοιάζει, ίσως δε σε ένοιαξε ποτέ.
Που πάει το πανηγύρι.
Θες να μιλήσεις, μα δεν έχεις φωνή σ' ότι ονειρεύεσαι.
Με ένα βάδισμα στραβό, περνάς, ένα γεφύρι ακόμα.
Ένα γεφύρι ξύλινο, σε κάθε βήμα τρίζει.
Φτάνεις στη μέση, τα χέρια σου είναι βαριά.
Πως να βαστήξεις ένα κόσμο.
Μα κάπου εκεί την είδες.
Ανάμεσα σε βαρελότα και σε ταμπάκο αψύ.
Να χάνεται.
*
Θα μ' άρεσε τόσο οι σκιές μας να κάνανε παρέα.
Μιας κι η δικιά μου δεν πάει προς το φως.
Μονάχα τα ηλιοβασιλέματα μου δείχνει, πόσο τρανή μπορεί να γίνει.
Και πόσο λάθος είμαι εγώ.
Μα την αλήθεια, θ' απολάμβανα.
Να διώχνω τους χειμώνες με λέξεις για τη λιακάδα στο πρόσωπο σου.
Σχεδιάζοντας ταξίδια προς το Όπου Θες.
Αφού είπα πως θα γυρίσω το σύμπαν μόνος εσύ τόσο μικρή.
Μπήκες μεσ' το μυαλό μου.
Άραγε πόσο μακριά έχω φτάσει.
Κι όταν το ρούμι θα λιγοστεύει, σαν τη γριά υπομονή.
 Να πίνω απ' το λαιμό σου.
Αυτό το άρωμα που μ' ανασταίνει τα Ψυχοσάββατα.
Αυτό το άρωμα σου.
*
Σκίζω τον κόσμο μ' έξυπνες ατάκες.
Σαρκαστικές απειλές κι ένα πιστόλι γεμάτο χιούμορ.
Τους προσπερνώ.
Σα να ταν το πιο εύκολο κομμάτι.
Ίσα να σε φτάσω.
Να σου δείξω τι ζωγράφισα στο νου μου.
Μα όταν τελειώνει η γιορτή τους και σβήνουν οι φανοστάτες.
Εγώ κρατώ ένα ρούχο που παίρνει ο αέρας.
Απελπισία.
Να μην μπορώ να μοιραστώ τον ηλίθιο εγωισμό μου.
Κι εκεί Κάπου ξυπνώ.
Σ' ένα σπίτι γεμάτο τίποτα.
*
Μου λες.
Μα στάσου λίγο.
Δε μου λες πια.
  


Easter.

5.5.13

Έμεινα μόνος διακοπές, με τα νησιά του Πάσχα.
Θέλω το νου μου ήρεμο και τα λουριά μου λάσκα.
Πεζούλια, μοιάζουνε τείχη Σινικά.
Φωτίζει απόψε μελαγχολικά.
*
Από εδώ ως πέρα είναι μια διαδρομή.
Και στη στεριά απέναντι ζούνε όλοι μαζί.
Πρέπει να διάλεξα στραβά, σαν τα αστέρια σφάλματα.
Που ξέμεινα αγκαλιά μ' ανέκφραστα αγάλματα.
*
Βυθίζω τα πόδια μου σε αμμουδιά που είν' τσιμέντο.
Σα φέτος να με ξέχασα, ζωούλα μου memento.
Παίζοντας ψαράκια στη θάλασσα μου συντριβάνι.
Έχω το σύμπαν τόσο δα, κι αυτό το λίγο φτάνει.
*
Για ν' ανασάνω: κάτω απ' το νερό.
Συναίσθημα πιο ξένο και φίλο τον καιρό.
Το ένα χέρι λιοντάρι, τ' άλλο φίδι.
Για όσο ζεις. Είναι ταξίδι.
*
Σε σας απέναντι, σήματα καπνού.
Άμα τα βγάζεις πέρα τώρα, καλά θα σαι παντού.
Με μια κολόνα της ΔΕΗ πειρατικό κατάρτι.
Αν θέλεις απλά δείξε μου, σημείο σ' ένα χάρτη.
*
Και πάμε.
Αν και καμιά φορά φοβάμαι.
Έχω φίλους, με κρατάνε.
"Ό,τι κι αν γίνει, εδώ θα μαι."
*
Έμεινα στη μέση, σαν άψητο αρνί.
Με κούνελους θηρία κι αυγά σοκολατί.
Γίνηκαν οι θάμνοι, δάση σκοτεινά.
Φωτίζει απόψε διαφορετικά.

Monstrosity

3.5.13

Δεν είναι επάγγελμα: είναι λειτούργημα.
Να γράφεις που και που, από ένα τερατούργημα.
Μελάνι, όχι με τηλεπάθεια.
Έλα μια βόλτα στα Καρπάθια.
Νοσφεράτου, καθένας έχει τη σειρά του.
*
Δεν είναι μονόδρομος ούτε η μόνη λύση.
Είναι κάτι μικρό και σκοτεινό που εσύ βοηθάς να ζήσει.
Αστραπές μυαλού μπαλώματα.
Σε λέξεις που ήταν πτώματα.
Φρανκενστάιν, it's alive, it's alive.
*
Δεν είναι αυτό που είχες κατά νου.
Ούτε το πιο ακριβό, γραμμένο στο μενού.
Ωστόσο η γεύση του αρκεί.
Μα μη ρωτάς τη συνταγή.
Χάνιμπαλ, όχι πια τόσο μπανάλ.
*
Δεν είναι αυτό που θα 'θελες.
Ίσως κάπως πρόχειρο και ατελές.
Μα η φαντασία σου ντύνει όμορφα ρούχα.
Τον ψυχοπαθή με την περούκα.
Ψυχώ, μια ωμό και μια στο μελό.
*
Δεν είναι υποχρέωση μα ούτε και καθήκον.
Είναι που τρελαίνομαι στη θέα των κατοίκων.
Της πόλης Racoon.
Κατά το δοκούν.
Ζόμπι, που δεν έχουν χόμπι.
*
Δεν είσαι απ' αυτά και σ' ενοχλεί.
Που η φωνή σου αλλιώς θες ν' ακουστεί.
Μουσική, περνώντας μέσα από ντουβάρια.
Κι οι σκέψεις σου μαλλιά κουβάρια.
Φάντασμα, που έχεις ένα χάρισμα.
*
Δεν είναι μαγκιά, ούτε ταλέντο.
Είναι ένα δάκρυ ζεστό κι ένα γέλιο κρεσέντο.
Σα να βλέπω σινεμά θερινό.
Με μια έγκυο πανσέληνο.
Δεν έχει να κάνει με στυλ και ύφος.
Αυτός είναι ο Λύκος. 

Trip

23.4.13

Μια νύχτα τόσο μαύρη.
Σαν το σκοτάδι που ξέρασε το διάβολο.
Πήρα μπρος.
Εχθρός.
Με καμμένη φλάντζα, για καβάντζα.
Και δίχως το κλειδί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Ένα βράδυ που έριχνε καρέκλες.
Και την ομπρέλα μου 'χε πάρει ο αέρας.
Τα πόδια κούνησα μπροστά στο μονοπάτι.
Θα έπεφτε ο ουρανός, μα τον Τουτάτη.
Κάτι εγώ έψαχνα, κάτι με βρήκε στα ψαχνά.
Μοντάροντας το ρελαντί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Το φεγγάρι είχε χαθεί.
Σα να μην ήθελε η γη να ξημερώσει.
Με μια βαλίτσα κι ένα σάκο μικρό.
Σκισμένη λίστα, καφεδάκι πικρό.
Φτιάχνω μπουλόνια, με πήρανε τα χρόνια.
Περάσαν ανεπιστρεπτί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Λάμπες σπινθήριζαν.
Σα να γιορτάζανε μαζί και σαν κηδεία.
Η ίδια άσφαλτος να σε καλωσορίζει.
Αυτό που πάντα σ' ανεβάζει, σε τσακίζει.
Έρχονται καιροί μαράζια, τέρμα τα γκάζια.
Ελπίδα στο κοντέρ τυφλή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Ήταν το βράδυ λες, το τελευταίο.
Που το χαμόγελο φοράς ξανά στα χείλη.
Κουρασμένα λεωφορεία περιμένεις.
Βάζεις χέρι στην τσέπη μα δε βγαίνεις.
Τραγουδάς σε κάνα μπαρ, για πουρμπουάρ.
Φεύγει η φωνή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Πήρανε ρεπό τ' αστέρια.
Τον ουρανό φαντάστηκα, πάνω στο πρόσωπό σου.
Αυτό που μέσα μου με καίει σα βενζίνη.
Είναι η καρδιά, το όνειρο και ότι θε να γίνει.
Εδώ δες, μοιάζω με μεθυσμένες ρόδες.
Ατέλειωτη διαδρομή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Μια νύχτα τόσο σκοτεινή.
Που σουλατσάρουνε παράφρονες τριγύρω.
Χτύπησε το ρολόι και σηκώθηκα.
Γιατί αν περίμενα τον εαυτό μου, σώθηκα.
Εσύ είσαι το ταξίδι μου, κι η μοίρα μου εσύ.
Και όπου θέλει ας βγει.
Για όπου πάει αυτή.