CutHM01

20.2.17

Τα δέντρα.
Κάτω στο τσιμέντο, κόβονται.
Τα δέντρα καίγονται.
Τα δέντρα.
Πέφτουν.
*
Κι αν σου τα πω όλα δυο φορές, θε να ξεχάσω κάτι.
Όταν θα σβήσει η φωτιά, θα καίει ακόμα η στάχτη.
Αυτό το απωθημένο μου, το γαμημένο άχτι.
Το κίνητρο μου έδωσε, μια μαχαιριά στην πλάτη.
*
Τα κάστρα.
Κάτω από τη Χάρη του Θεού, πολιορκούνται.
Τα κάστρα γκρεμίζονται.
Τα κάστρα.
Πέφτουν.
*
Με άλλοθι για το κουφάρι στο πατάρι.
Έχω κακά αστεία απόθεμα, γκριμάτσες Ντάνι Κάρει.
Κι αν έσπασε το ξίφος μου, κρατάω το θηκάρι.
Μαύρο παιδί του Θεριστή, τ’ αλεστικά θα πάρει.
*
Οι άνθρωποι.
Κάτω από περιστάσεις, αποχτηνώνονται.
Οι άνθρωποι σπάνε.
Οι άνθρωποι.
Πέφτουν.
*
Πίσω από πόρτες το κατάλαβα, η θραύση θα περάσει.
Κι αυτός ο ματαιόδοξος μπάσταρδος, μια μέρα θα γεράσει.
Κάποιος άντρας είπε: Αν δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, εσύ άλλαξε στάση.
Κάποιος άλλος δε μίλησε: Με ώμους προς στο κακό, τράβηξε προς τη Χάση.
*
Τα άστρα.
Κάτω απ’ τα μάτια σου έλαμψαν.
Τα άστρα σβήνουνε.
Τα άστρα.
Πέφτουν.
*
Κι αν μου έμενε μια ευχή από τις τρεις, στο λύχνο.
Θα ήταν ότι αισθάνομαι, όσο μπορώ να δείχνω.
Οι μελλοθάνατοι θα ζήσουνε, στους λέοντες με ρίχνω.
Δε μένει αγάπη μήτε ουρλιαχτό, στα γράμματα το ίχνος.
*
Τα πουλιά.
Κάτω απ’ τα σύννεφα ροκανίζουν τον παράδεισο.
Τα πουλιά, θα κινήσουν για το Νότο.
Τα πουλιά.
Πετούν.
Δεν πέφτουν.
*
Κι αν τίποτα δεν μπόρεσα να πω,  θα πω πως είναι αστείο μα
Ο Κρεμασμένος τραγουδά πριν το ικρίωμα.
Τα λάθη πότισα μελάνη κι αυτά γινήκαν βίωμα.
Σαν φύγαν όλοι για το Νότο, μάθε ν’ ανοίγεις στο κρύο τα
Φτερά.

Hands

5.1.17

Με χέρια όμορφα, σαν όπλα.
Κράτησε το νεογέννητο μέλλον.
Κι ύστερα εκπυρσοκρότησε, μέχρι να πέσουν τ’ αστέρια.
Γιατί λέγανε ψέματα-αυτός είναι ο λόγος.
Ο λόγος που ακόμα ουρλιάζω στο γκρεμό σα να μ’ ακούει.
Ο λόγος που βρίσκω καταφύγιο στο κουρνιαχτό.
Σιχαμένο μούχρωμα, απαίσιες νεφέλες.
Όσο μακριά κι αν στοχεύσεις.
Δε θα φτάσεις το τέρας του φεγγαριού.
Παρά θα μείνεις χωρίς βαρύτητα κι ανάσα.
Στη μέση του πουθενά.

Με χέρια ξύλινα χωρίς φλέβες.
Έπνιξε τις ελπίδες στο ρέμα.
Κι έπειτα πέταξε τις σελίδες του στη φωτιά.
Γιατί είχαν τα κομμάτια του-αυτός είναι ο πόνος.
Ο πόνος να μοιράζεις την ψυχή.
Ώσπου να μείνεις διαφανής στο πρωινό φως, άψυχος.
Άοσμες μέρες αργίας, που το μίσος έχει γεύση.
Όσο κι αν καυτηριάσεις τα ένστικτα.
Όσα θηρία κι αν κάψεις ζωντανά.
Πάντα θα σε κοιτάζουν μάτια άγρυπνα, από εκεί που φως δε φτάνει.
Από το Σκοτάδι.

Με χέρια τιτανικούς.
Αγκάλιασε τα άγνωστα νερά.
Κι εκείνα τον ασπάστηκαν σαν πατέρα, σα χρόνια ναυαγό.
Γιατί στο νησί που γιατρεύει τις ψυχές-ζει ο χρόνος.
Ο χρόνος που ψάχνεις.
Μια κραυγή ματώνει το λαιμό μου και λέει ΤΩΡΑ.
Πεισματάρικα δειλινά, θυμάσαι την όψη του πατρός.
Όσο κι αν κοστίσει.
Όση πνοή έχει μέσα τούτο το σαρκιό.
Μέσα από τις χίμαιρες και τους εφιάλτες, μ’ αυτά τα χέρια.
Θα προχωρώ.

Reaper

7.10.16

Να φοβάσαι το Θεριστή.

Το μίσος μου, βυθός απέραντος.
Μ οδήγησε σ ατραπούς που καίγανε σα ναπάλμ.
Κι έμαθα, ω ναι
Πως να δαγκώνω τα φίδια, πέπτοντας το φαρμάκι.
Να χορεύω τις φωτιές, να μιλάω το σκοτάδι.
Κι είδα ανθρώπους ταριχευμένους από αισθήματα με κόγχες κενές
Έχασα το κλειδί που χα φυλάξει, το μικρό μου νόημα.
Σ ένα κεφάλι που έβρεχε μονίμως, περπατούσα στη βροντή.
Ήταν η νύχτα η πιο πυκνή, τότε που ονειρεύτηκα.
Σ ένα καθρέφτη σπασμένο είδα

Ο θεριστής δεν είχε πρόσωπο
Μονάχα ένα μανδύα που ανέμιζε.
Στο χρώμα του κενού 
Ατενίζοντας από ένα ξέφωτο.
Κτίσμα απόμακρο που είχε γύρω λίμνη.
Κι όπως ο νους μου,αιώνια καταιγίδα 
Ο πύργος που βλέπε, συνέχεια γκρεμιζόταν
Καθώς φτιαγμένος από πλίνθο κ πέτρες, δεν άντεχε τις αστραπές.
Έπειτα κουρασμένος, σηκώνεται.
Κάθε φορά, πιο δύσκολα.
Ώσπου.
Ο ακατανόμαστος τον ευλόγησε με μια κατάρα.
Να αντέχει.
Κι ο πύργος γυάλινος πια, φορά τον κεραυνό για διάδημα.
Τα μαύρα σύννεφα για ρούχα, έχει.
Έπειτα η φιγούρα με κοίταξε επίμονα.
Μάτια κάρβουνα του χάους.
Λες κι ήμουν εγώ ο

Ξύπνησα σ ένα παράθυρο ανοικτό, μ άνεμο στο πρόσωπο 
Η μέρα που χάραξε ξέπλυνε τους εφιάλτες
Μια Ηλιαχτίδα τρύπησε το δώμα του νου, ζεσταίνοντας με.
Σ ένα ντουλάπι σκονισμένο κι ασιδέρωτο βρήκα το νόημα πάλι.
Χέρια μ αγκάλιασαν κι ένωσαν τα κομμάτια 
Ακούγοντας το φως, σωπαζοντας το χτήνος
Πως να γράφω το αίμα μου χαράζοντας πορεία.
Το γνώρισα καλα.
Στο μονοπάτι που πάει μέσα απ το ρήγμα, στο μούχρωμο ορίζοντα.
Με την αγάπη μου, θάλασσα πλατιά λευκή.


Μη φοβάσαι το Θεριστή.

Ablaze

26.9.16

Δώσε μου λίγη από αυτή την αγάπη που έχεις, στο πακέτο απ’ τα τσιγάρα σου.
Κι ύστερα άσε με σα φωτοβολίδα στο τυφλό, αφιλόξενο κενό.
Στη σκέψη σου, Προμηθέας κι Εωσφόρος.
Θα φτάνω σε άγνωστα βάθη, βρίσκοντας νέες λέξεις.
Έτσι, θα σ αγαπάω πιο πολύ.
Κοίτα.
Τα τέρατά μας παίζουν ήσυχα στο Σκοτάδι.
Εμπιστεύσου με, έχω το χάρτη Του στην πλάτη μου.
Χαραγμένο, σαν τον πιο όμορφο ήλιο που βγαίνει στα μάτια σου.
Από την άγρια, αδάμαστη θάλασσα.
Όπως οι ξέμπαρκοι χαζεύουν τις καραβέλες, σε θωρώ.
Πίνοντας το κάτι τι τους.
Ζούμε σε πόλεις που δε θα δεις ποτέ σε ονείρωξη.
Με σώματα μικρά από πλαστικό.
Που θέλουν, μα δε μπορούν πια να κρυφτούν.
Από τον Όργουελ και τη ραδιενέργεια.
Μα, νιώθω τις φλέβες μου, ρίζες αρχέγονες να με τραβούν σε σένα.
Στο μύχιο χαμόγελό σου.
Σ’ έχω μέσα μου: μια όμορφη κοπέλα στο μουσικό κουτί.
Η άγρια φύση σου λειαίνει τις αιχμηρές άκρες.
Τον τραυματικό εαυτό.
Πλευρές του Παλιανθρώπου.
Σ’ έχω μέσα μου, ακούω τη μελωδία.
Δώσε μου λίγη απ’ την αγάπη που σκοτώνει τη χολέρα.
Κι έπειτα άσε με να φωτίσω.
Σα σινεμά στην Αλεξάνδρεια, κοντά στο σταθμό των τρένων.
Με μάτια ορθάνοιχτα, κοιτιόμαστε.
Ως που απ’ το μπαλκόνι φυσά.
Ούριος άνεμος, πανιά που εγκυμονούνε ταξίδια.
Μέχρι εκεί που τα κύματα χύνονται.
Μέχρι το μουσικό κουτί μου να πάψει να γρυλίζει.
Η αλαβάστρινη κοπέλα θα χορεύει.
Εμπρός.
Νίνα, Πίντα, Σάντα Μαρία.
 Δώσε μου λίγη απ’ την αγάπη που γλυκαίνει το σύμπαν.
Κι όσες φορές γκρεμιστώ, χαθώ στα κύματα.
Πάντα θα χτίζομαι ψηλότερα, με κεραυνούς στους ώμους.
Ίσα να φτάνω στο παραθύρι και να φιλώ το χέρι σου.
Έτσι θα σ’ αγαπώ.

Judas

9.9.16

Τα ποπκόρν πετάγονται σαν τρελά μέσα στο μικροκυμάτων.
Σα δημοσιουπάλληλοι στην κρίση των πενήντα.
Εγώ κύριε; Εγώ κύριε;

Το προδοτικό βούτυρο που σε σκοτώνει με τους Ρωμαίους υδατάνθρακες.
Ποιος κατοικεί στην πραγματικότητα σου.
Τις ώρες που λείπεις στη δουλειά κι υφαίνουν οι αράχνες.
Όταν η μηχανή είναι στο ρελαντί, κι όλα είναι εικόνες.
Της εικόνας.
Που θυμάσαι.
Γιατί κανείς δε ζει τη συνειδητότητα.
Μονάχα τα ποπκόρν που τινάζονται σα πυροτεχνήματα, σα πόδια κρεμασμένου.
Όλοι είμαστε απασχολημένοι με το να ξύνουμε τον καβάλο μας, εκει που μας παίρνει.
Λησμονούμε ομως, το χρώμα και τη μουσική.
Και τους ανθρώπους που μας ράβουν όταν είμαστε κομμάτια.
Το κρασί έχει γεύση σαν τσίσα άρρωστης γάτας, κάπου στο Λυκαβηττό.
Κάνει ραπέλ στον ουρανίσκο, δεν έχει κάτι άλλο να πιεις.
Και χτυπά το συκώτι σου σα μουσάτος ξυλοκόπος με μπράτσα μες τα τατού.
Ποιος γυρνά στο μυαλό σου.
Όταν βγάζεις την μπρίζα.
Κι ένας πανανθρώπινος αυτόματος πιλότος μας τσουγκράει και μας φιλιώνει.
Γιατί κανείς δε σκέφτεται σε βάθος.
Μονάχα τοξικά ρηχά νερά, και λίγοι κώλοι απ την ξαπλώστρα.
Μονάχα το κρασί σκέπτεται πως θα ταν καλύτερα να χει μέσα του ένα καράβι, η ένα χάρτη θησαυρού.
Όλοι είμαστε πολύ μεθυσμένοι για εξυπνάδες.
Ξεχνάμε ωστόσο τη νηφαλιότητα.
Την έννοια της υγείας.
Και όλες εκείνες τις φορές που γλίτωσες, καθίκι.
Τα τσιγάρα καίγονται σα σούπερ νόβες.
Λες και οι κου κλουξ είναι σε φάση αμόκ.
Κι ο καπνός παραπλανά, ίσως πιότερο απ το σκότος.
Ποιος σφίγγει την καρδιά σου.
Όταν η νάρκωση και το μούδιασμα φεύγουν και μένει αυτός ο λεπτός και συνεχής σαν τραγούδι στο ραδιόφωνο.
Πόνος.
Και η αυτοκαταστροφική κουκαράτσα τρώει το μέσα σου, πικρή χολή ξερνάς και μικροπρέπεια.
Γιατί κανείς πια δεν αισθάνεται τον Άλλο.
Μονάχα το ντράμα μας σ όλο το μεγαλείο, σε πρώτη προβολή.
Μονάχα το τσιγάρο αισθάνεται το πέρας- τρέμει να σε κάψει και ντρέπεται τη στάχτη του.
Γιατί όλοι δεν έχουμε χρόνο για τα προβλήματα του άλλου.
Τον καθρέφτη της Έριζεντ.
Το mea culpa σ άλλη σάρκα.

Και εκεί κάπου ανάμεσα, της σάρκας και της φλούδας.
Φαινόμενο της Πεταλούδας.
Γεννιέται ο Ιούδας.