BiteThe4

28.9.14

Αν αγαπάς ακόμη κι αν μπορείς.
Στο όνομα του, με θυμό.
Δάγκωσε τη σφαίρα.
Φτύσε χάμω τον κάλυκα, μύρισε το μπαρούτι.
Και σβήσε πια την πάρτη σου.
Στο κάδρο της φαμίλιας.
Άστους με πίκρα, με κακό, καμώματα της ζήλιας.

Αν έχεις κότσια κι άντερα.
Για των χεριών την τέχνη.
Κλείσε το μάτι στο σπαθί.
Μάθε από τα κακοτόπια, όχι από τ’ ανθρώπια.
 Αντέστρεψε πια την άμπωτη και πνίξτους όλους, μπέσα.
Τους στεριανούς, στερνόμυαλους, ίσα τα πόδια μέσα.
Δείξτους μικρά φαντάσματα, τα χάπια, τα σιρόπια.

Αν ονειρεύεσαι με κρίματα αγκαλιά σου.
Μια για το γαμώτο.
Πάνε ανάποδα.
Εναντιώσου στο χρησμό και ο Χριστός μαζί σου.
Δεν είναι ράγες η ζωή, ούτε κισμέτ ή μοίρα.
Είναι το τέρας που χαμογελά, κάτω απ’ την αρμύρα.
Κι αν είναι άσπρα ή μαύρα τα πανιά, καθόλου μη σε νοιάζει.

Φθινόπωρο, στην άδεια αυλή του Βασιλιά.
Νεκροί τώρα νεόνυμφοι, Τριστάνος και Ιζόλδη.
Παλιάτσος ήταν ο φονιάς.
Ξεπλένει το αμάρτημα με μπράντυ.
Γελά άηχα φέροντας, στίγμα του παραβάτη.
Κρατώντας στην παλάμη του, Το Μαύρο Το Σημάδι.

Στο χάλασμα των σκηνικών, στων αστεριών τη δύση.
Πρώτος το άδικο θ’ ασπαστώ και θα ζωστώ, μανδύα άλικο.
Έχοντας μνήμες εχθρικές, κρέας ανθρώπινο στα δόντια.
Μια δίψα για καταστροφή, καμία πια συμπόνια.
Μανία που όμορφη χαράζει, πάνε τα χρόνια.
Κι αν είναι οι χαρές, τα παιδιά και τα λεφτά σου. Εκατομμύρια.
Ζήσε πανευτυχής, μα. Πρόσεχε την παλλίροια.

Tower16

28.4.14

Έχω ένα πύργο κρυμμένο.
Φτιαγμένο από χαρτιά.
Βαθιά στο χαρακτήρα μου και πίσω από τα μάτια.
Όλο εγώ τον φτιάχνω πιο ψηλό.
Κι όλο αυτός χαλάει.
Μα μη ρωτήσεις Ρήγα μοχθηρό.
Τους πούστηδες Βαλέδες.
Γιατί το κτίσμα πέφτει.

  Κάρτες που κράτησα κλειστές, κάρτες καιρό καμμένες.
Μαζεύτηκαν σωρό.
Δίχως κάποιο μεγάλο σχέδιο, μια μεγάλη ιδέα.
Με μια δόση χάους και ένα κάποιο αίσθημα.
Άκουσες ποτέ για τη Βαβέλ.
Τη γλώσσα που μιλάω.
Κι εκείνη που μιλάς.
Μ’ έναν παράδεισο που ξέμεινε, στις ζωγραφιές και τα σκαριά.

Αρκάνες απ’ τα σκοτεινά, του εξαποδώ φιγούρες.
Πατάν η μία στην άλλη κι όλες μαζί στην πλάτη μου.
Στιγμές πίσω από κάγκελα.
Σκισμένες λίστες και χαρτιά, ρυτίδες πάνω σε φάτσα.
Ούτε το Δέκα το καλό με των σπαθιών το Δύο.
Ερμηνεύουν πώς μειδιώ.
Δεκάξι φορές μετάνιωσα.
Καίγομαι στο 21.

Τράβα μια κάρτα, αν έχεις κότσια.
Δώσε κομμάτι ονείρου, ρουλέτα της ζωής.
Και πόνταρε στους ανθρώπους σου, να δεις για πότε χάνεις.
Κρατούνε λόγια και χαρτιά.
Γίναν οι άνθρωποι στοιχειά.
Στο στήθος βάρος τα μυστικά.
Και δεν κοιμάσαι πια.

Ωστόσο, δεν ξόφλησα ακόμα.
Δεν απέτυχα.
Έγινα μόνο άριστος, να ξεκινάω πάλι.
Και ο Τρελός της τράπουλας χαζεύει τα συντρίμμια.
Πλησίασε και μη στενοχωριέσαι.
Κάθε που ξημερώνει, κάθε Δευτέρα, κάθε αγάπη περσινή.
Θα βάζουμε μπρος αστεία, γρίφους και κάρτες στο σωρό μας.
Ενώ η βροχή είναι κεραυνός, θα χτίσουμε.
Μια τρανή βλαστήμια.

Descent9

19.3.14

Βγες απ’ την εξώπορτα.
Και πάρε μιαν ανάσα.
Τίποτα δεν τελειώνει όπως αρχίζει,
Κι ίσως υπάρχει μια ευκολία σ’ αυτό.
Επιπόλαια – σαν κραγιόν στον καθρέφτη.
Ωστόσο μην το σκεφτείς πολύ.
Κατέβα τρία σκαλιά.
Και ψάξε μια τσέπη.
Πράγματα μικρά σε σκοτώνουν.
Τα ψίχουλα που έκλαψες να βρέξει ένα βράδυ.
Ίσως να σε χαζεύουν.
Πίσω από άχρωμο βιτρώ.
Ένας αντίχριστος γεννιέται.
Άλλες πόρτες μη χτυπήσεις.
Όσο δελεαστική κι αν είναι η θέρμη.
Το κρύο σου ταιριάζει καλύτερα.
Σαν τα φαντάσματα ερωτεύεσαι σφοδρά.
Μα ν’ αγκαλιάσεις δε μπορείς.
Πίσω από κλειδαρότρυπες πηδιούνται οι ελπίδες.
Σύξυλο η ζωή, με το σουτιέν στο μπάνιο.
Ντουβάρια σιωπηλά, το φως σου θε να σβήσει.
Μένει μια αίσθηση κενού και μια πικρή ανάσα.
Άνοιξε την πόρτα «εννιά».
Συνάντησε το τέρας.
Τιμώρησε τον παράδεισο.
Κι ανάγκασε το διάολο, τα γένια του ν’ ανάψει.

Καταραμένος να ‘σαι.

Ahead.

12.3.14

Εμπρός.
Κάνε το κομμάτι σου και φύγε.
Πάρε όσα σου χρώσταγα, όσα ήταν δικαιωματικά δικά σου.
Πάρε ότι μπορείς.
Μα ποτέ τυχόν μη δώσεις.
Όσοι δίνουν, καταλήγουν άδειοι στο περιθώριο.
Σα φιλιά Παραφρόνων.
-
Άντε.
Μην αργείς και ζήσε παραπέρα.
Κλείσου σ’ ένα άσχημο διαμέρισμα με τον όμορφο εαυτό σου.
Βγες δίχως αύριο με αγνώστους και κοίτα τ’ αστέρια.
Μα μην τολμήσεις να σκεφτείς.
Αυτοί που σκέφτονται πεθαίνουν κάθε μέρα.
Κι όλο κλαίνε.
-
Τι κρατιέσαι.
Έχεις δρόμο δικό σου - τόσες ειλικρινείς φιλοδοξίες.
Τα όνειρα τεράστια κι οι άνθρωποι τόσο μικροί.
Δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
Πρόσεξε ωστόσο, τα όνειρα δε μοιράζονται.
Όσοι κάνουν το λάθος, μιλούν με γρίφους, ακατάληπτα.
Μια λύπη πιο βαθιά απ’ τη θάλασσα.
-
Ακόμα εδώ?
Ίσως κι αυτές οι γραμμές σε βλάπτουν.
Μιας και λόγια κάποιου άλλου είναι, κάποιου που δεν τον ξέρεις.
Η σκέψη να δεις απ’ τη ματιά του άλλου, πόσο ανόητη.
 Πες πως κάποιος κάποτε σκέφτηκε τη θέση τη δικιά σου.
Κι αυτός χαμένος πάει.
-
Βίρα τη σημαία σου.
Σε όμορφα νερά που θα ‘ναι πάντα δικά σου.
Σαν το χαμόγελο και την καρδιά σου.
Ποτέ μην τη δώσεις.
Εκείνοι που σφάλουν, χίμαιρες κυνηγούν.
Γυμνοί και κρύοι ταξιδεύουν κάτω απ’ το Σέλας.

Γυρεύοντας το πιο όμορφο ξημέρωμα.

Halcyon

23.1.14

Μέρες θερμές μεσ’ το χειμώνα.
Δύσκολα με βγάζουν απ’ τα παπλώματα κι από τα μαξιλάρια.
Χάνομαι σε όμορφα κι αγχωτικά όνειρα.
Αφήνοντας τον τρόμο μου κάπου πίσω.
Να τρώει πατατάκια και ποπ-κορν.
Σε μία ταινία που ήταν στα προσεχώς.
Μα κοίτα, τώρα αρχίζει το καλό.
*
Μέρες με πρίμο καιρό.
Βλέπεις τον Κώστα να μη γκρινιάζει.
Κι απορείς.
Με μια φούσκα πάνω απ’ το μικρό σου κεφάλι.
Σαν χαρακτήρας κόμικ.
Αν και τα σκίτσα δεν κλαίνε στα τηλέφωνα.
Ούτε γελάνε με τα χαζά αστεία.
*
Μέρες, σαν άσπρες τρίχες στα μαλλιά.
Χαζεύοντας εφέ καταστροφής στο παρελθόν.
Με μια αβεβαιότητα στο στομάχι για όσα θα συμβούν.
Βγαίνεις από το σινεμά, με ένα εκφραστικό χαμόγελο.
Κι αν σκοτώνουν τάχα τ’ άλογα όταν γεράσουν.
Ποιος είπε ότι εκείνα πεθαίνουν.
Έτσι δεν είναι Ροσινάντε?
*
Μέρες αβολίδωτες σ’ ένα πιστόλι αποκριάς.
Αποδέχομαι τον χειρότερο εαυτό μου.
Και συζητώ μαζί του.
Τις πταέι, quo vadis, άντε μου στον αγύριστο.
Μα, τόσο φλύαρος που είμαι, ότι καλύτερο είπα ποτέ.
Ήταν η σιωπή μου.
*
Μέρες ηλιόλουστες, σταμάτα πια να σκας.
Βγάλε τη διάθεση βόλτα, μαζί με τη μαυρίλα σου
Πέτα ένα κουκουνάρι στο γκρεμό, να δεις ποιο θα πετάξει.
Τα μαύρα μάτια του νοσταλγού βλέπουν καλύτερα.
Άσε που τρώει το πιο νόστιμο ψωμί.
Μην ανησυχείς, μιας και τα πουλιά, οι ψυχές, τα δάκρυα θε να γυρίσουν πάλι.
Αλκυονίδες μέρες.

Lake#7

14.1.14

Κι έτσι απλά, ένα απόγευμα που βλέπαμε τους τοίχους αγκαλιά.
Και λέγαμε τι χρώμα να τους βάψουμε.
Με φίλησες.
Κι εγώ έγινα ρευστός.
Μικρός θεός ανήμπορος, προσκυνητής σκυφτός.
Περνώντας απ’ τους τόπους σου, σιγά.
Μια άρρωστη παλίρροια που μέσα σου ξυπνά.
Την αίσθηση του χάους, του χάνομαι, του πάρε με παντού.
Σε βλέπω να δαγκώνεσαι.
Κάτω κόκκινο χείλος.
Μοιάζει με χείλος του γκρεμού, αφού.
Νιώθω επικίνδυνα κοντά σου, όταν είμαστε μαζί.
Αφόρητα ασυγκράτητοι και δυο φορές χαζοί.
Οι θάλασσες σου κι αυτή η πειθώ σου.
Που σβήνει το θυμό.
Αυτό το πάνω-κάτω.
Στα συναισθήματα.
Δεν χωρά σε λέξεις κι ούτε θα πρεπε.
Ίσως να το μάθεις.
Πως ένα κουβάρι σκαλίζω όταν είσαι μακριά.
Ίσιες σκέψεις και λέξεις που πήγανε στραβά.
Κι ένας μικρός πόνος φώλιασε στην καρδιά.
Μα, χωρίς να τηλεφωνήσεις, χτύπησες το κουδούνι.
Πέσαμε στο πάτωμα.
Ούτε ύπνος, ούτε κούραση.
Κανένα ύπουλο φάντασμα φαντασίωσης.
Μονάχα.

Εσύ.

Venice Verse

11.1.14

Μου λες, τι θες.
Τι τραβάει η όρεξη σου.
Κι απαντάω μισόλογα.
Ενώ κάπου συλλογιέμαι.
Πως αν επιθυμούσα κάτι αληθινά.
Αυτό θα ήταν να γύριζα στη Βενετία, ένα κρύο βράδυ όπως τούτο.
*
Μαυροντυμένος, χαζολογάς με τη σκιά σου.
Μ' ένα τρόπο που πάντα απολάμβανες.
Ενώ η κουκούλα σκεπάζει μάτια και κακό σκοπό.
Ζέστη βγαίνει από ένα πανδοχείο.
Καθρεφτίζουν οι λάμπες στα νερά όσα ποθούσες.
Ανατριχιάζεις.
Σκόρπιοι άνθρωποι, διασκεδάζουν και δυστυχούν, το δίχως άλλο.
Κάτω από φεγγάρι ανάποδο και μέσα στα στενά.
Μορφές , βοή, κλαυσίγελως.
Θαρρούν πως θα θυμούνται, οι επόμενοι.
Τ' αχυρένια κορμιά - τις επτασφράγιστες καρδιές τους.
Μα εσένα δε σε νοιάζει, ίσως δε σε ένοιαξε ποτέ.
Που πάει το πανηγύρι.
Θες να μιλήσεις, μα δεν έχεις φωνή σ' ότι ονειρεύεσαι.
Με ένα βάδισμα στραβό, περνάς, ένα γεφύρι ακόμα.
Ένα γεφύρι ξύλινο, σε κάθε βήμα τρίζει.
Φτάνεις στη μέση, τα χέρια σου είναι βαριά.
Πως να βαστήξεις ένα κόσμο.
Μα κάπου εκεί την είδες.
Ανάμεσα σε βαρελότα και σε ταμπάκο αψύ.
Να χάνεται.
*
Θα μ' άρεσε τόσο οι σκιές μας να κάνανε παρέα.
Μιας κι η δικιά μου δεν πάει προς το φως.
Μονάχα τα ηλιοβασιλέματα μου δείχνει, πόσο τρανή μπορεί να γίνει.
Και πόσο λάθος είμαι εγώ.
Μα την αλήθεια, θ' απολάμβανα.
Να διώχνω τους χειμώνες με λέξεις για τη λιακάδα στο πρόσωπο σου.
Σχεδιάζοντας ταξίδια προς το Όπου Θες.
Αφού είπα πως θα γυρίσω το σύμπαν μόνος εσύ τόσο μικρή.
Μπήκες μεσ' το μυαλό μου.
Άραγε πόσο μακριά έχω φτάσει.
Κι όταν το ρούμι θα λιγοστεύει, σαν τη γριά υπομονή.
 Να πίνω απ' το λαιμό σου.
Αυτό το άρωμα που μ' ανασταίνει τα Ψυχοσάββατα.
Αυτό το άρωμα σου.
*
Σκίζω τον κόσμο μ' έξυπνες ατάκες.
Σαρκαστικές απειλές κι ένα πιστόλι γεμάτο χιούμορ.
Τους προσπερνώ.
Σα να ταν το πιο εύκολο κομμάτι.
Ίσα να σε φτάσω.
Να σου δείξω τι ζωγράφισα στο νου μου.
Μα όταν τελειώνει η γιορτή τους και σβήνουν οι φανοστάτες.
Εγώ κρατώ ένα ρούχο που παίρνει ο αέρας.
Απελπισία.
Να μην μπορώ να μοιραστώ τον ηλίθιο εγωισμό μου.
Κι εκεί Κάπου ξυπνώ.
Σ' ένα σπίτι γεμάτο τίποτα.
*
Μου λες.
Μα στάσου λίγο.
Δε μου λες πια.
  


Easter.

5.5.13

Έμεινα μόνος διακοπές, με τα νησιά του Πάσχα.
Θέλω το νου μου ήρεμο και τα λουριά μου λάσκα.
Πεζούλια, μοιάζουνε τείχη Σινικά.
Φωτίζει απόψε μελαγχολικά.
*
Από εδώ ως πέρα είναι μια διαδρομή.
Και στη στεριά απέναντι ζούνε όλοι μαζί.
Πρέπει να διάλεξα στραβά, σαν τα αστέρια σφάλματα.
Που ξέμεινα αγκαλιά μ' ανέκφραστα αγάλματα.
*
Βυθίζω τα πόδια μου σε αμμουδιά που είν' τσιμέντο.
Σα φέτος να με ξέχασα, ζωούλα μου memento.
Παίζοντας ψαράκια στη θάλασσα μου συντριβάνι.
Έχω το σύμπαν τόσο δα, κι αυτό το λίγο φτάνει.
*
Για ν' ανασάνω: κάτω απ' το νερό.
Συναίσθημα πιο ξένο και φίλο τον καιρό.
Το ένα χέρι λιοντάρι, τ' άλλο φίδι.
Για όσο ζεις. Είναι ταξίδι.
*
Σε σας απέναντι, σήματα καπνού.
Άμα τα βγάζεις πέρα τώρα, καλά θα σαι παντού.
Με μια κολόνα της ΔΕΗ πειρατικό κατάρτι.
Αν θέλεις απλά δείξε μου, σημείο σ' ένα χάρτη.
*
Και πάμε.
Αν και καμιά φορά φοβάμαι.
Έχω φίλους, με κρατάνε.
"Ό,τι κι αν γίνει, εδώ θα μαι."
*
Έμεινα στη μέση, σαν άψητο αρνί.
Με κούνελους θηρία κι αυγά σοκολατί.
Γίνηκαν οι θάμνοι, δάση σκοτεινά.
Φωτίζει απόψε διαφορετικά.

Monstrosity

3.5.13

Δεν είναι επάγγελμα: είναι λειτούργημα.
Να γράφεις που και που, από ένα τερατούργημα.
Μελάνι, όχι με τηλεπάθεια.
Έλα μια βόλτα στα Καρπάθια.
Νοσφεράτου, καθένας έχει τη σειρά του.
*
Δεν είναι μονόδρομος ούτε η μόνη λύση.
Είναι κάτι μικρό και σκοτεινό που εσύ βοηθάς να ζήσει.
Αστραπές μυαλού μπαλώματα.
Σε λέξεις που ήταν πτώματα.
Φρανκενστάιν, it's alive, it's alive.
*
Δεν είναι αυτό που είχες κατά νου.
Ούτε το πιο ακριβό, γραμμένο στο μενού.
Ωστόσο η γεύση του αρκεί.
Μα μη ρωτάς τη συνταγή.
Χάνιμπαλ, όχι πια τόσο μπανάλ.
*
Δεν είναι αυτό που θα 'θελες.
Ίσως κάπως πρόχειρο και ατελές.
Μα η φαντασία σου ντύνει όμορφα ρούχα.
Τον ψυχοπαθή με την περούκα.
Ψυχώ, μια ωμό και μια στο μελό.
*
Δεν είναι υποχρέωση μα ούτε και καθήκον.
Είναι που τρελαίνομαι στη θέα των κατοίκων.
Της πόλης Racoon.
Κατά το δοκούν.
Ζόμπι, που δεν έχουν χόμπι.
*
Δεν είσαι απ' αυτά και σ' ενοχλεί.
Που η φωνή σου αλλιώς θες ν' ακουστεί.
Μουσική, περνώντας μέσα από ντουβάρια.
Κι οι σκέψεις σου μαλλιά κουβάρια.
Φάντασμα, που έχεις ένα χάρισμα.
*
Δεν είναι μαγκιά, ούτε ταλέντο.
Είναι ένα δάκρυ ζεστό κι ένα γέλιο κρεσέντο.
Σα να βλέπω σινεμά θερινό.
Με μια έγκυο πανσέληνο.
Δεν έχει να κάνει με στυλ και ύφος.
Αυτός είναι ο Λύκος. 

Trip

23.4.13

Μια νύχτα τόσο μαύρη.
Σαν το σκοτάδι που ξέρασε το διάβολο.
Πήρα μπρος.
Εχθρός.
Με καμμένη φλάντζα, για καβάντζα.
Και δίχως το κλειδί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Ένα βράδυ που έριχνε καρέκλες.
Και την ομπρέλα μου 'χε πάρει ο αέρας.
Τα πόδια κούνησα μπροστά στο μονοπάτι.
Θα έπεφτε ο ουρανός, μα τον Τουτάτη.
Κάτι εγώ έψαχνα, κάτι με βρήκε στα ψαχνά.
Μοντάροντας το ρελαντί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Το φεγγάρι είχε χαθεί.
Σα να μην ήθελε η γη να ξημερώσει.
Με μια βαλίτσα κι ένα σάκο μικρό.
Σκισμένη λίστα, καφεδάκι πικρό.
Φτιάχνω μπουλόνια, με πήρανε τα χρόνια.
Περάσαν ανεπιστρεπτί.
Για όπου πάει αυτή.
*
Λάμπες σπινθήριζαν.
Σα να γιορτάζανε μαζί και σαν κηδεία.
Η ίδια άσφαλτος να σε καλωσορίζει.
Αυτό που πάντα σ' ανεβάζει, σε τσακίζει.
Έρχονται καιροί μαράζια, τέρμα τα γκάζια.
Ελπίδα στο κοντέρ τυφλή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Ήταν το βράδυ λες, το τελευταίο.
Που το χαμόγελο φοράς ξανά στα χείλη.
Κουρασμένα λεωφορεία περιμένεις.
Βάζεις χέρι στην τσέπη μα δε βγαίνεις.
Τραγουδάς σε κάνα μπαρ, για πουρμπουάρ.
Φεύγει η φωνή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Πήρανε ρεπό τ' αστέρια.
Τον ουρανό φαντάστηκα, πάνω στο πρόσωπό σου.
Αυτό που μέσα μου με καίει σα βενζίνη.
Είναι η καρδιά, το όνειρο και ότι θε να γίνει.
Εδώ δες, μοιάζω με μεθυσμένες ρόδες.
Ατέλειωτη διαδρομή.
Για όπου πάει αυτή.
*
Μια νύχτα τόσο σκοτεινή.
Που σουλατσάρουνε παράφρονες τριγύρω.
Χτύπησε το ρολόι και σηκώθηκα.
Γιατί αν περίμενα τον εαυτό μου, σώθηκα.
Εσύ είσαι το ταξίδι μου, κι η μοίρα μου εσύ.
Και όπου θέλει ας βγει.
Για όπου πάει αυτή.

Sincerely

18.4.13

Αφού σου λέω δεν πίνω πια.
Μόνο καμιά μπύρα και αυτή κρυφά.
Κάνω αποτοξίνωση, κάνω μια αποχή.
Δεν άλλαξε ο δρόμος, μονάχα η εποχή.
*
Πέφτουν ηλιόλουστα χιόνια.
Χαμογελάνε κεραυνοί.
Μ' ένα συκώτι Καλιφόρνια.
Όλοι διασκεδάζουν, πίσω από κει.
*
Που έκρυψα τους φόβους μου.
Στο σκοτεινό φεγγάρι.
Δε θυμίζει χρόνια που.
Έπεφτα με χάρη.
Απ' το πατάρι.
*
Δεν πίνω: άκου με λίγο να χαρείς.
Κι η δίψα μου μ αφήνει.
Μπροστά σε γκρι ουρανούς θαρρείς.
Ο κόσμος όλος φθίνει.
*
Καμία ευθύνη. Μόνος σου επέλεξες.
Ν' ακολουθήσεις ένα όνειρο που είδες καλοκαίρι.
Άμα στο δρόμο με την αλήθεια έμπλεξες.
Η Εκάτη θα σου κάψει το ένα χέρι.
*
Αν κι έχω φίλους μεσ' την παράνοια.
Φίλους περίεργους, που παίρνουν το μπουκάλι.
Μοιάζουνε με γελάκι παρά τη νεκροφάνεια.
Χαϊδεύοντας ήρεμα το αγύριστο κεφάλι.
*
Δεν πίνω, αν δεν κατάλαβες.
Μονάχα κάτι Κυριακές.
Το τσούζω και μαλώνω.
Ενώ κάπου μέσα μου, ποτέ δε μετανιώνω.
*
Μαζεύεις πράγματα, σου έλειψαν τα βουνά.
Να ολοκληρώσεις κάτι.
Να μην τ' αφήσεις όλα, άλλη μια φορά.
Μ' ένα κλαμένο μάτι.
*
Πέφτω συνήθως, όταν χωρίζομαι στα δύο.
Μα οι φίλοι μου δε με ψυχαναγκάζουν.
Ακόμα κι αν δε γράψω ούτε βιβλίο.
Σφιχτά θα μ' αγκαλιάζουν.
*
Δεν πίνω, σχεδόν καθόλου.
Και κάποιος έγραψε πως μ' αγαπά, στην κορυφή του θόλου.
Κάνω ένα rehab, κάνω ότι μπορώ.
Δεν άλλαξε ο δρόμος, μα κάπου άλλαξα εγώ.

Trains

13.4.13

Το τελευταίο τρένο φεύγει για τη Γιούτα.
Μάζεψα όλα σου τα πράγματα και τα βαλα σε κούτα.
Έξω ο καιρός μοιάζει ποίημα, μα τα παντζούρια μου κλειστά.
Περάσαμε το σύρμα, μ' εκείνα και μ' αυτά.
*
Τρένο, έρωτας και ηλιαχτίδες.
Σ' ένα χωράφι με ατέλειωτες ελπίδες.
Πάτα εσύ το γκάζι κι ας φεύγω στη στροφή.
Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.
*
Θα 'χω σεντόνι έναν αόρατο μανδύα.
Και μια βάρκα κουνιστή, σπίτι στην Ολλανδία.
Ίσα που φτάσαμε τσαφ-τσουφ, φεύγουμε πάλι.
Κάπου το χάσαμε τσαφ-τσουφ, μήνυμα στο μπουκάλι.
*
Βαγόνια, φιλιά κι αμέτρητοι προορισμοί.
Και στο θολό σου τζάμι εγώ έγραψα "μαζί".
Χαζοί: κι οι δύο τόσο βλάκες.
Που αλμύρισαν με το τυρί και χόρεψαν τις φάκες.
*
Κι αν βρέχει καρέκλες στο Λονδίνο.
Θλιμμένη μου φάτσα, μπουκέτα θα σου δίνω.
Λουλούδια μόνο, όχι του μποξ, μπουκέτα.
Γράφει "do not disturb" έξω από την κουκέτα.
*
Παράθυρο, σφαλιάρες και τράνταγμα.
Μέχρι φινάλε κάπου μα.
Δε με νοιάζει τόσο.
Αφού σκουντάς στον ύπνο σου, μπορώ να ξημερώσω.
*
Το τελευταίο τρένο φεύγει απόψε βράδυ.
Κάνοντας δρομολόγιο Αθήνα-Βελιγράδι.
Βλέπω στο μαύρο τζάμι, τον Κώστα καθιστό.
Πριν ξημερώσει η μέρα, θα έρθω να σε βρω.

Linnaeus

6.4.13

Το τσακάλι χορεύει στα ερείπια.
Κρύβοντας την ασχήμια σε καπνούς.
Αγνοεί της μοίρας τα τερτίπια.
Ενώ εσύ καθόλου δε μ' ακούς.
*
Χορεύει: στα πόδια του μπερδεύονται σκουπίδια.
Και οι θεοί σας πέθαναν, πέθαναν στ' αλήθεια.
Έμεινε μόνος άρχοντας στην κούφια πόλη.
Την ώρα που υπάρχει ακόμη.
*
Μια ανάσα, σε κάθε ζωντανό.
Κι ακόμα δεν κατάλαβα πως ήρθαμε ως εδώ.
Μα το θεριό, χορεύει σα να μη βλέπει.
Γυρίζοντας την πλάτη του σε ένα κόσμο χρέπι.
*
Δείξε μου πώς να ονειρευτώ.
Σε χρώμα άσπρο μάυρο.
Μη λες δεν πρέπει, δεν είν γραφτό.
Το πρόσωπο που γκρέμισα να δω.
*
Περπάτα.
Αφού έχεις πόδια πάμε άτα.
Όταν πια, στην κορυφή του συφερτού ανέβεις.
Δεν το νιώθεις μα, χορεύεις.
*
Για μια σταγόνα βροχή, λίγη ζωή ακόμα.
Κατεβαίνει ο παράδεισος, σταγόνα, ξερό μου στόμα.
Παρέα μ' όλα εκείνα που δε φτάνω.
Για όσο ζεις εσύ, δε θέλω να πεθάνω.
*
Κι αν κοιτάξεις ποτέ κατά τη Δύση.
Σπασμένο φλάμπουρο ακόμα ανεμίζει.
Μέσα απ' τα χαλάσματα και πίσω απ' την αιθάλη.
Κοίτα καλά.
Χορεύει το τσακάλι.

Kite?Alright.

27.3.13

Σαν χαρταετός πετάω.
Πάνω απ' το σύμπαν.
Έχω για φίλους δυό μπαλόνια κι ένα γύπα.
Δε μείναν πια κανόνες.
Μέρες άγλυκες, γκρινιάρες και λεχώνες.
#
Μια σιωπή που σπάω.
Μικρού μήκους ταινία.
Σ' ένα κεφάλι που 'χει φάει η αγωνία.
Άκεφο χαμόγελο.
Λέει πως ότι ζω δεν είναι ανώφελο.
#
Τ' αστέρια δε μετράω.
Μιας και δεν παίζει λογική.
Μένω μόνιμα σέκος και συ πάντα εκεί.
Να με κοιτάζεις.
Κι αφού δε βγάζεις ότι λέω, με διαβάζεις.
#
Από ψηλά κοιτάω.
Πύργους και μιναρέδες, πως μοιάζουν ξένα.
Χωρίς εσένα.
Βλέπω τα μέρη της βροντής και σύννεφα σκισμένα.
Χωρίς εσένα.
#
Πάω.
Ενώ ελάχιστα κοιτάω.
Πού τελικά θα βγει.
Κι αν όντως άξιζε το κρύο αυτή η διαδρομή.
Μα όταν η αγκαλιά σου ανοίγει.
Είναι σα να μαι ήδη.
Στον Παράδεισο.
Μπορεί απ' έξω και σπασμένος.
Μα νιώθω τόσο ευτυχισμένος.
#

Light_0

24.3.13

Έχω βάρδια.
Πάλι.
Καπνός η ματιά μου, φεύγει απ το παράθυρο.
Τόσο μακριά.
Η γλυκιά λιακάδα γκριζάρει.
Και κάτω απ' την ξάστερη νύχτα.
Ανάβουν προβολείς κι όλοι πάμε παρακάτω.
Γι άλλη μια φορά.
Κτήρια, αυτοκίνητα, άνθρωποι στη θάλασσα.
Χαμένα.
Τιτάνικος και η φάτσα μου.
Πάνω σε παγόβουνα, βλέπουμε ορίζοντα.
Ζαχαρώνω μ' ένα απ' τα φωτάκια.
Λέω πως είσαι εσύ.
Έτσι παρηγοριέμαι.
Έτσι αναπνέω.
Λέω πως με σκέφτεσαι.
Πως δεν κοιμάσαι βράδυ.
Μονάχα όταν σπάει το πρωί.
Πέφτουμε, δυο κούτσουρα, τόσο γλυκά για νάνι.
Φαίνεται παράλογο.
Ένα μικρό φως ανάμεσα σ' όλα τ' άλλα.
Να ψιθυρίζει τόσα.
Πιότερα από κεραίες και πομπόυς, που παρακολουθείτε.
Ν' αλλάζει τόσο εύκολα.
Διάθεση σε μένα.
Μια κουβέντα άπιαστη στο αυτί.
Συνομιλία φαντασμάτων μπροστά στο Lazarus.
Τσιτ-τσατ.
Όχι πατ-πατ.
Έπειτα γελάω σα βλάκας.
Με δυο βολβούς να εστιάζουνε στο φως του διαδρόμου. 
Ξανά.
Στόματα μιλούν ασπρόμαυρα.
Ακούγοντας παράσιτα.
Λένε πως έτσι πάει.
Νομίζουν τάχα με πληγώνει.
Μα το ρολόι μου χτυπάει.
Κι η βάρδια τελειώνει.

RunDorm

18.2.13

Πώς είναι οι μέρες σου?
Σπασμένα μούτρα κι οάσεις χαράς.
Τώρα τι με ρωτάς.
Κι αυτές οι σφαίρες που
Ξέχασα, μούσκεψαν στο ντουλάπι.
Ψάχνεις γι αγάπη.
Ή για κάτι.
Που θα σε βγάλει απ' το βούρκο, μούργο.
Πριν να τελειώσει η βόλτα στο Εδιμβούργο.
Μονάχα το κελί μου, μονάχα το κελί.
Χτίζοντας επάνω μου μια ζωή στενή.
Όρια.
Στα βάθη της Μόρια.
Όργια χώρια και euphoria.
Πώς είναι παλιάτσο.
Η γεύση από καναβάτσο.
Σκουριασμένες γροθιές που κάνουν break για τσιγάρο.
Είμαι αυτό που θες, και συ ό,τι θα πάρω.
Φορώντας μια μάσκα σιδερένια.
Ασθένεια.
Με μια δουλειά παραμυθένια.
Ανίατος ήλιος τα χαράματα.
Μετρώ τις πλάτης σου τα τραύματα.
Φιλιά σα φώτα μακρινά, άδειασε η πλατεία.
Εσύ δεν είσαι έρωτας, εσύ είσαι αλητεία.

Run Da Plan

23.5.12

Αυτό είναι πάνω κάτω το βασικό μου σχέδιο.
Ταξιδεύω στο μυαλό μου και το σκαρί αυτοσχέδιο.
Mου μοιάζεις ναρκοπέδιο και μου πουλάς φοβέρα.
Κι ακόμη δεν κατάλαβα τι ψάχνουμε 'δω πέρα.
#
Είναι τα λόγια μου μικρά, αποδημητικά πουλιά.
Πετούν ψηλά, νομίζεις δεν τα φτάνεις αλλά.
Σιγά σιγά το χάνεις.
Η έλλειψη της θέλησης, ο φόβος μην πεθάνεις.
#
Μένεις μόνιμα σιωπηλός, ιδίως όταν πέφτεις.
Κάτσε φρόνιμα κι όνομα σου 'δώσαν, μα όνομα δεν έχεις.
Δεν το αντέχεις κι όλο λες πως αγαπάς.
Πίσω γυρνάς, δεν τολμάς-τη ζωή να δεις ανφάς.
#
 Θέλω νέο κεφάλαιο, θέλω νέα σελίδα.
Θέλω εσύ, πίσω από κει, να δεις όλα όσα είδα.
Και περισσότερα.
Δε σου μιλάω για αργότερα ούτε για φράγκα και για κότερα.
#
Ομορφότερα, πιο ψηλά, με νέο πλάνο.
Δεν έχει τίποτα εδώ πια, έτσι κοιτάμε πάνω.
Θέλω να σε φέρω κοντά κι όμως σε χάνω.
Πες μου τι να κάνω.
#
Ή μάλλον άστο.
Θ' αλλάξω τάστο.
Τ' όριο που μου 'βαλες κάποια στιγμή θα σπάσω.
Μαζί με τ' άσχημα κι εμένα θα ξεχάσω.
#
Νέα εποχή, νέες ιδέες επί χάρτου.
Όχι άρτου και θεάματος, ούτε χρόνων ο κάματος.
Ελευθερώνω απλά τις χαμένες ψυχές.
Που έκρυβε το στήθος μου και τι θα γίνει δες.
Σβήνω τις ουλές.