DeepSleep

5.7.16

Χθες βράδυ, είδα στα βλέφαρά σου.
Θάλασσες που δεν τελειώνουν, ωκεανούς.
Κυμάτιζαν σαν τα μαλλιά σου.
Κι ήσουνα όμορφη, ακούς?
*
Έχω μια αγάπη για το δρόμο και μια φτηνή κιθάρα.
Χιούμορ χωρίς διακόπτη, τη λογική μου, αίρεση.
Είναι τα χέρια μου ευχές και το μυαλό κατάρα.
Ένα πρόσωπο πνίγεται και γελά, στις όχθες του Tennessee.
*
Κι ενώ τα είδες όλα αυτά, μου γέλασες.
Θα ήθελες να δούμε που φτάνει η τρύπα του Λαγού?
Ένα σφηνάκι που καίει νου με κέρασες.
Κρατώντας ένα μπαλόνι που φτάνει το μπλε του ουρανού.
*
Χρόνια χαμένος, μα τα σημάδια σου καλοί οιωνοί.
Ξέμπαρκος καπετάνιος, έχει σημαία του, τα ρούχα σου, μετάξι.
Δυο μάτια φάροι, σ’ έναν ορίζοντα γκρι.
Κι όταν έχω τη σκέψη σου, όλα είναι εντάξει.
*
Κορίτσι όμορφο, με το ξανθό κεφάλι.
Θα ήθελες να μάθεις αν η υδρόγειος έχει τέρμα?
Rehab απ’ το αλκοόλ, εσύ είσαι το μπουκάλι.
Ένα φιλί αγκαλιά, στου ήλιου το γέρμα.
*
Έχεις μια θέληση ανίκητη, που περπατά εμπρός.
Ένα γέλιο γάργαρο, συναίσθημα πυξίδα.
Είναι η χάρη σου βάλσαμο, και ο θεός βοηθός.
Ενώ ονειρεύομαι ταξίδια.
*
Χθες τη νύχτα, είδα στα σφαλιστά σου μάτια.
Έναν ορίζοντα που ήτανε το μέλλον.
Ίσως για μια φορά, να ενώνω τα κομμάτια.
Κι όταν ξυπνάς και χασμουριέσαι, ανατέλλω. 

HomeCome

3.5.16


Όμορφη βροχή, έρχεται.
Σύννεφα τραμπολίνα, παίζουν τα παιδιά.
Κι η γη λεχώνα, ήσυχη.
Στα στοιχειωμένα λατομεία, μόνο η σκόνη μάρτυρα πως υπήρχαν άνθρωποι.
Οι πολιτείες είναι πια μακριά μας. 
Βλέπουν άλλες μεριές,πίσω από δέντρα που δεν ξεχωρίζεις.
Δεν προσδιορίζεις κι όνομα δεν τους δίνεις.
Είναι μονάχα, πράσινα.
Οι στήλες του ηλεκτρισμού στέλνουν σήματα πως ερχόμαστε, πως πάμε.
Πως είμαστε ακόμα εδώ.
Ίσως απομακρυσμένοι, ίσως ασυγκίνητοι.
Μα η θέρμη των χωμάτων, η ευγένεια τ ουρανού μας συγχωρεί.
Τα πάθη μας, για μια γεύση νόστου.
Τα πάνελ κατσουφιάζουν, οι αχτίδες πετούνε νότια.
Κι οι ανεμόμυλοι περιμένουν το Ροσινάντε ακίνητοι και γερασμένοι.
Μια σταγόνα πέφτει μοναχή, τόσο θαρραλέα.
Σ ένα άγνωστο, άγνωστο μέρος.
Γριά ελιά την πιάνει πριν το έδαφος.
Γελά μ ένα χαμόγελο εκατό χρόνων.
Γελά στους ουρανούς κι εκείνοι ανοίγουν τις πανάρχαιες βαλβίδες.
Το δάσος χορεύει τραγουδώντας την ψιθυριστή γλώσσα.
Η σκόνη κατακάθεται σαν εξέγερση.
Κάτω από σκέπαστρα διοδίων, ήχοι κυμβάλων.
Κυματισμοί που απορείς μέχρι που φτάνουν.
Πληροφορίες, δεδομένα ,πινακίδες στο πουθενά.
Ο ήλιος φεύγει απ τη σκηνή, παίζοντας κουρασμένος τα κλειδιά του.
Σκουριά μες τη βροχή, όσα θυμόμαστε, κι όσα ξεχνάμε πάντα.
Μουντός παράδεισος.
Γυρνάω σπίτι.

Forestille

21.4.16

Μου είπες να σ εμπιστευτώ.
Κι έπειτα μου πες, πως δεν υπάρχουν δράκοι.
Ούτε μαγεία και στην ανάγκη, να κάνω λίγο απ’ αυτό που δε μ αρέσει πια.
Κι εγώ έμεινα αμανάτι.
Δεκαπεντάρι σε μπουρδέλο.
Ζωή χλωρίνη στο αστικό μοντέλο.
Σ’ ένα μοτέλ, ξέμεινα ρέστος και μισός.
Μίσος, σαν τις ιδέες μου.
Μισός, σαν τις κουβέντες που δεν πρόκανα να πω.
Πως μου ‘λειψες, πως αισθάνομαι έτσι ξενέρωτα.
~
Μα μη χαλιέσαι, υπάρχει μελό όσο το ζητάς.
Τζάμπα δράμα, κάπου στο βάθος, τραύμα.
Κάποιος είπε πως η Ιθάκη, ίσως βυθίστηκε παλιά.
Κι αυτή που έμεινε να βρεις, θε να μη μοιάζει σε καμία.
Συμβιβασμός, στα μάτια του Αρμαγεδδώνα.
Κι ότι κράτησα όμορφο ήταν μονάχα εικόνα.
Αλίμονο, ειν’ όμορφο ακόμα.
Οι χάρτινοι μου ήρωες, ποιήματα για σένα.
Κι αυτά ακόμα κάηκαν, δωμάτια μοιάζουν ξένα.
Τα μάτια μου ατενίζουν το πουθενά, σα σκουριασμένα τρένα.
Όσο κι αν κόψεις τη φαντασία μου.
Σαν Προκρούστης σε κέφια, καινούργια μαχαίρια.
Συνεργάσου, συμμορφώσου.
Κι αν αυτό δεν τους αρκεί, άλλαξε το ποιόν σου.
~
Όχι.
Αρνούμαι.
~
Εγώ πιστεύω. 
Πως υπάρχουν δράκοι.
Πως πονά ο έρωτας, όχι η στηθάγχη.
Πορεία προς την Ιθάκη.
Σα τη μαγεία που την τρώει το σαράκι 
Με όλο το σέβας, δεν κάνω κρατεί
Τη συμπόνια σου στάχτη, το κορμί μου αδράχτι. 
Πλέξε μέσα μου το αντίπερα αν δε φοβάσαι.
Κι εκεί που αγάπη ακούμπησες εκεί μονάχα θα σαι
Ο ουρανός που κοιτάς το φέγγιστρο, τ’ αστέρια ‘ναι δικά σου
Χόρεψε στο σέλας με τ αστέρι της αυγής κι ύστερα χάσου
Τα λόγια που τα πίστεψα, είπες χωρίς γκριμάτσα.
Τα λόγια σου τα ψεύτικα, μια τελευταία στάντζα.
Λες πως είμαι ανόητος, στο τσίρκο μου μονάρχης.
Συ που τα ισχυρίζεσαι, θαρρείς πως τάχα
Υπάρχεις?


WarFlower

8.4.16

Στη Βαγδάτη ένας πωλητής, δίνει βόμβες μισοτιμής.
Αυτές που έχουν μέσα πέταλα, μισά, σα κομφετί.
Αμυγδαλιά, τριαντάφυλλo και γιασεμί.
Να γεμίζει ο ουρανός χρώμα ν’ αγαλλιάς και να σε σκιάζει.
Μα ο κόσμος δεν αγοράζει.
Πλέον μπαρούτι μίσος και ναπάλμ.
Πυρηνικός χειμώνας, άγρια τα πρόσωπα.
Έχει καιρό να βρέξει στις άγονες καρδιές.
Σκόνη στ’ αγγεία κι εγώ κάστρα στις αμμουδιές.
Ποιος ερωτεύεται σήμερα.
Λουλούδι σε χαράκωμα.
Κι αυτός ο πόλεμος να σου πω πριν τη θύελλα.
Δεν άρχισε ποτέ.

Στην Παλμύρα ένα κορίτσι χαμογελά όπως ο ήλιος.
Έχει αχτίδες σε πανέρι.
Κείνες που ζεσταίνουν τα σώψυχα.
Σου θυμίζει πως μπορεί μια μέρα να ξεφύγεις απ’ την πίκρα.
Να γυμνωθείς κάτω απ’ τ’ άλικο μάτι της Μεσογείου.
Ν’ αφήσεις μπαγκάζια κι αυτή την κατάθλιψη.
Να στεγνώσουν τα δάκρυα.
Αλάτι νόστιμο.
Μα ο κόσμος είναι μουντός.
Ανασφαλή σύννεφα γελούν είρωνες, ενώ η υγρασία τρυπά τα γόνατά σου.
Κι εσύ δε μιλάς για τα τέρατα, μονάχα για σημεία, αφήνεις τα σημαντικά.
Αφήνεις τα λουλούδια στο βάζο, παίρνεις εφημερίδα.
Σήμερα διάβασα πως το κορίτσι ξεμυάλισε ένας στρατιώτης.
Γιατί ο πόλεμος, ο πόλεμος δεν αλλάζει.
Δεν άλλαξε ποτέ.

Στο Μόδι μια γυναίκα αλλάζει τη μοίρα.
Κάτω απ’ τις τέντες, τις τυχερές γραμμές.
Χαράζει στα χέρια, δίχως ν’ ακούει αυτό που λες.
Στην πιο μεγάλη σου γκίνια, διώχνει τα σύννεφα.
Κοιτώντας σε κατάματα, σε κάνει να ξεχνάς.
Τις μαυρίλες, γκρίνιες που τσαμπουνάς.
Έπειτα, χαζεύεις τα αστέρια σα να ‘ναι εκρήξεις.
Που έγιναν κάποτε, κάπου μακριά.
Στη φαντασία νεφελώματα, όμορφα χρώματα.
Ανθίζουν τα λουλούδια, πάνω απ’ το χαλασμό.
Καίω τη ντουλάπα που είχα κρύψει το σκοτάδι μου.
Μαύρος καπνός ουρλιάζει, τρομάζει τα σκυλιά.
Τα παράθυρα τρίζουν, σα να προσμένουν την αυγή.
Να ξυπνήσει όμορφη από τις στάχτες.
Άκουσες ποτέ για τον Αυγερινό και την Πούλια?
Μιλά για τον πόλεμό μας, να είμαστε ευτυχείς.
Ακόμα κι αν δεν το ‘μαθε κανείς.
Εκείνος δεν τέλειωσε.
Έχουμε δρόμο, γλυκιά μου.

HotShot

29.3.16

Το αγόρι πάτησε τα πόδια του στη λάσπη.
Και σταθερά δεν ήταν η λέξη.
Έξω, ένας κόσμος ούρλιαζε.
Αμφίρροπος.
Ήταν φθινόπωρο στις φλέβες, μια άνοιξη σαν πυρετός, θυμάμαι.
Το πλήθος.
Άλλοι με τις τσουγκράνες κι άλλοι με ανθοδέσμες.
Μα.
Η αλήθεια κρύβεται κάπου στη μέση.
Ενώ ο διάβολος στις λεπτομέρειες.
Σ’ αυτή τη βρώμικη καντίνα που όλοι σταματάμε.
Δαγκώνεις τη ζωή, άσχετα με τη γεύση.
Μια λίβρα σάρκα, το μερτικό και χρέος μου.
Ξενύχτης από βήχα.
Είδα τις μπουλντόζες στον ορίζοντα.
Να σκάβουν τα σκατά.
Δίπλα απ’ τα παιδιά.
Μια νέα Αμφίπολη, ένα Τζουράσικ Παρκ.
Ορθώνοντας κάτι που όνομα δεν είχε.
Κάτι που μου έλεγαν «δεν είναι σωστό».
Κάτι που μου έλεγαν «δε γίνεται αλλιώς».
Το αγόρι άνοιξε τα μάτια.
Νέος κόσμος εγείρεται.
Σα θέατρο σκιών.
Ποιος ζει.
Και ποιος πεθαίνει.
Ανάμεσα στο τσιμέντο.
Γιατί τα μωρά είχαν πυρετό, μα όχι όνομα.
Και οι γυναίκες γεννοβολούσαν κύστες.
Αμφιβάλλω τους ψευτοπαλικαράδες.
Στις μεγάλες κουβέντες δεν απαντώ, ανοίγω το φλασκί μου.
Ποιόν βοηθάς και ποιος σε σώνει.
Όταν κρύο σκοτάδι πέφτει.
Δίπλα απ’ τα αναμμένα βαρέλια.
Στα ζωντανά ερείπια.
Δε χωρούν σοφιστείες.
Μόνο γυμνά χέρια.
Άγνωστα πρόσωπα.
Καθρεφτίζουν ένα τίποτα που γιγαντώνεται και τρώει τον ουρανό.
Το αγόρι άνοιξε το στόμα, μ’ αυτό που είπε δεν ακούστηκε.
Γιατί ήταν ένας σπασμένος σπασμένος κόσμος.
Bad Beat στα χέρια και άμα βαστάς παίξε.
21 ενώ είσαι ήδη εικοσιπέντε.
Σ’ ένα τραπέζι χωρίς πόδια.
Αναπηρικά καροτσάκια στο γύρο του θανάτου.
Ενώ εσύ λες πως θες τον κόσμο και τα προβλήματά σου, έχουν πιάσει.
Φλόγες στα θεωρεία.
Μ’ έναν υποβολέα τηλεόραση.
Δεν υπάρχουν σωστές λέξεις.
Το αγόρι σκούπισε τα λασπωμένα δάκρυα.
Σηκώθηκε.
Γιατί ήταν σπασμένος ο κόσμος.
Μα εκείνος ζωντανός.

Ndoto

12.3.16

Άβε Νυξ.
Όσοι έχουν ύπνο χαιρετούν.
Τα μεροκάματα σε ξεπερνούν.
Όταν ανοίγεις δρόμο για τα κλάματα των άλλων.
Τα αισθήματα τους τοξικά, βροχή από μπέρμπον.
Στην λεπτή, χάρτινη πέτσα σου.
Λερώνεις μελάνι, ξεπλένεις ιδρώτα αλμυρό.
Έχεις μια κατάρα ανθρωπάκο.
Χαλάς ένα να φτιάξεις.
Το μισό.
Και άμα.
Δεν είναι λόγιος όποιος διαβάζει με κερί.
Ενώ είναι μούσκεμα βενζίνη.
Είναι πυρομανής.
Ακούς?
Σ’ ένα ραβασάκι ο Νέρωνας είπε σ’ αγαπώ κι έγινε στάχτη.

Μορφέα.
Οι ακρεβάτωτοι σε αγαπούν.
Μυστικά σε ζηλεύουν για τη λήθη.
Για την γαλήνια καταβόθρα σου.
Κρύβει τις τιμωρίες, τα θέλω, τα γαμήσου.
Μ’ ένα πέπλο που φεύγει το πρωί.
Σαν τις τσίμπλες στο νιπτήρα.
Σαν τους εραστές που δουλεύουν.
Γιατί όσοι δεν κοιμούνται κάτι έχουν.
Στον αστερισμό της ινσόμνια.
Ένας κύριος μου είπε ότι σκέφτομαι πολύ.
Πως με χαλάει.
Σαν ημερομηνία λήξης, σάντουιτς απ το πάτωμα.
Δεν είναι το φευγιό.
Είναι ο εαυτός σου.
Λάθος.
Και δε θα του ξεφύγεις.
Τρέξε όσο θες.
Μόνο θυμήσου φέρε μου ορίζοντα και τσιγάρα στο γυρισμό.

Έρεβος.
Στον αμφιβληστροειδή, στα σπλάχνα.
Ξερνάω φως στην τουαλέτα.
Μήπως ησυχάσει το θυμικό μου με μότο.
Μήπως βάλω γνώση με παροιμίες.
Ανώφελο.
Έχεις πρόβλημα, αναλώσιμε κι αξιότιμε.
Λαθρεύεις τα καλούδια του Ύπνου.
Έτσι θες, τουλάχιστον.
Λες.
Πως θα ξημερώσει η μέρα που τα όνειρα δε θα είναι μια γλώσσα στεγνή και ένας πόνος στη μέση.
Μα η αλήθεια, σαν ήλιος ολόφωτος να σβήσει το στίγμα.
Της ανημπόριας, της μνησικακίας.
Το μαύρο μίσος.
Κάνεις αυτό που αγαπάς.
Σε δέρνουν, σε φιμώνουν.
Μ’ ένα τραγούδι μικρό, ένα πιστόλι με λέξεις.
Σστ.
«Είναι εντάξει».
Μα θυμήσου να πετάξεις τα κουφάρια απ’ τα ψέματα, για το υπόγειο ζέχνει.

Απέναντι.
Αν ακούς.
Αν υπάρχει όχθη.
Θα γυρίσω ν’ αντικρίσω, ό,τι με πήρε στο κατόπι.
Μια ματιά στο μεσόφρυο του Γολιάθ.
Μεσμερισμός.
Κι αν σπάσουνε τα’ αγγεία σα βεγγαλικά.
Προτού προλάβεις να ζωντανέψεις τις όμορφες στιγμές που είχες σκαρώσει.
Θα φύγεις με χαμόγελο.
Ακούς μωρέ?
Δεν είναι ο ύπνος απάντηση.
Ούτε τα όνειρα, φτιάχτηκαν να κάνουνε το σκέπασμα απαλό.
Γι’ αυτό γύμνωσε της πράξης το μαχαίρι.
Σφάξε το μαξιλάρι.
Βγάλε έξω τούτα τα όμορφα θηρία.
Τα τάλαντα, τα χαρίσματα.
Να χορέψουν στο φως.
Κάτω από έναν ήλιο.
Που μόνο η πολύπαθη καρδιά μπορεί να πυρώσει.
Φωτιά λοιπόν.
Αν δούνε τον καπνό απέναντι θα ξέρουν ότι δεν ανασαίνουμε τσάμπα.
Σ’ ετούτη τη μεριά.
Ακούς?
Ή ακόμα ονειρεύεσαι?

DogDays

14.2.16

Μ’ ένα μυαλό, πορνό του ενενήντα.
Πουλάω λόγια της ψυχής, ίσα για τρεις κι εξήντα.
Κι αν είχα σκυλί, θα το ελέγαν Φρίντα.
Γι ανθρώπους που είναι κίβδηλοι, έχω τ’ άγγιγμα του Μίδα.

Μια εικόνα σκοτεινή για φόντο.
Βρέχει μεσ' το κεφάλι μου, οι σκέψεις κάνουν κρότο.
Ωστόσο βγάζω το σκασμό, άφιξη στο Τορόντο.
Αν μ’ αγαπάς, δώσε μου όνειρα, πάψε να κάνεις σκόντο.

Μια φωνή που μιμείται, μια κακιά συνήθεια.
Μάτια κλειστά, σαν τα παράθυρα, ψάχνοντας για τη Βύθια.
Μυρίζεις γύρω σου καπνούς? Είναι οι όρκοι εραστών, καίγονται στην αλήθεια.
Μ’ είχες, μ’ εκμεταλλεύτηκες, μια καρδιά στα νύχια.

Ένα αντικείμενο απλό, ένα τσιγάρο, μια πένα.
Φύγε και συ, άμε στο Λύκο, Μανταλένα.
Δεν είναι άλλος για τη βάρκα αυτή, που πάει στον πυθμένα.
Τώρα το σκέφτομαι ξανά, το σκύλο λέω Ρένα.

Κοίτα που κάποιος άνοιξε, το βόθρο του Ασυνείδητου.
Ο Διάβολος κι οι φίλοι του.
Σ’ άφησαν μέθυσο, σχεδόν νεκρό, σε τείχη Βηρυτού.
Το νιώσιμο πάλι να βάζεις μπρος, αυτό είναι πασπαρτού.

Σαν το γέροντα που βαδίζει τον Αχέροντα, κωπηλατώ ανάποδα.
Ξέρω τη ματαιότητα, άστρα όλα που σβήνουν, μα.
Δε θέλω επικήδειο για καρδιά, σφαίρα, αιμάτωμα.
Να λέει ήταν ξεροκέφαλος, δεν έκατσε στο πάτωμα.

Μπορώ να ζω με ώρες δανεικές? Κάτσε και μέτρα.
Με θυμικό περίεργο, μια καρδιά στη σέντρα.
Μ’ ένα μπαμπούλα κάτω απ την κουβέρτα.
Κι ένα σκυλί, στου παραδείσου την αυλή, που ακούει πια στο Χέρτα. 

ThunderTank

1.2.16

Φοβάσαι τα σύννεφα.
Αυτά που αρμέγουν κεραυνούς, που ρίχνουν τις μπουγάδες.
Κάνουν τους ανθρώπους να σκουμπώνονται.
Ν’ αφήνουνε τα χέρια.
Πεζόδρομος δίχως τέλος, σίκουελ της Ερμού.
Γεμάτες φαντάσματα βιτρίνες.
Πράγματα: εικόνες που ήθελες να ζήσεις.
Όλος αυτός ο χρόνος.
Τα νούμερα μουντζούρες.
Ημερολόγια, προσάναμμα σ’ ένα κάδο.
Με τον καπνό απ’ τα πλαστικά να σου φέρνει κλάμα, βήχα.
Εύχεσαι, ως άλλος σαμάνος.
Τις λιακάδες που μελέταγες, να τσακιστούν να έρθουν.
Όμορφες εκφράσεις : στο στόμα ερπετών.
Και έχεις υπό μάλης : τα σμήνη των πουλιών.
Αποδημώ.
Βουτιά, νερό ρηχό.
Το πάτωμα είναι ψέματα.
Ήμουν ποτέ εδώ?
Τις σιωπές που ακούγονται σα χαλάζι στο παρμπρίζ.
Πόσο τις τρέμεις, κακόμοιρε.
Κομμάτια ενός παγετώνα.
Ενός αιώνιου χειμώνα.
Που ήρθε με δόσεις.
Άτιμες νευρώσεις.
Κρύβεις τις κουβέντες, γυναικόπαιδα  κάτω απ’ το χώμα.
Κι εκείνος χτυπά την πόρτα.
Σα να εξαρτάται ο κόσμος ολάκερος απ’ αυτό.
Και δεν είναι ο μανιακός μεσσίας, μήτε ο κατηφής διάβολος.
Είναι ο κύριος με τα πιστόλια που δε φαίνονται.
Και το χαμόγελο που κλαίει.
Σα να σου λέει.
Πριν απ’ τα τριάντα.
Το ικρίωμα, ανδριάντα.
Μα δεν ανοίγω, βάζω στ’ αυτιά μου Τζώνι Κας.
Πλάτη στην πόρτα, αισθήματα ανφάς.
Αμφιβάλω αν μου έφερε, ηλιόφως στη σακούλα.
Αποδημώ.
Με μια φωνή που είναι ουρλιαχτό.
Ο ουρανός μου σκίζεται.
Ήμουν ποτέ εγώ?
Ευχή θανάτου- θάνατος.
Ευχή θανάτου- πάμε.
Λέγαμε πως δεν αντέχαμε, τα όρια που σπάμε.
Ωστόσο, να ‘μαι.
Μ’ ένα σφαχτάρι δράμα, χιούμορ κράμα.
Δε σπάει.
Και του θανάτου πείτε του, άφησα γράμμα.
Τζάμπα χτυπάει.
Δεν αποδημώ.
Σιχάθηκα το φευγιό.
Μένω.
Σαν το σκυλί που γρυλίζει στο τρένο.
Σα σώμα ξένο.
Μέσα σ’ ένα κτήριο, κατεδαφισμένο.
Με όνειρο τεράστιο και μια δουλειά για φρένο.
Ζω.
Δεν πεθαίνω.

Heavy

26.1.16

Ξύπνησε για δεύτερη φορά, περπατώντας.
Κι ήταν ο δρόμος επαναλαμβανόμενος.
Η διαδρομή, ένα τέλμα μόνη της.
Ένας μικρός, ρομαντικός θάνατος.
Δε θυμόταν να βαδίζει, μα.
Μια ριπή κρύο κίνησε τα μέσα του.
Σαν ουρλιαχτό βραχνό, από ένα λαιμό γεμάτο δέντρα.
Σαν αλύχτισμα-ένα πλάσμα δίχως όνομα.
Κοίταξε τα πόδια του, μοιρολατρικά.
Μια ψιλή βροχή ,κέντημα στο παλτό του-χλωμά αστέρια στη λάμψη λίγων watt.
Πως είχε φτάσει εδώ.
Δεν φάνταζε να έχει σημασία.
Ούτε αυτή η χαλικόστρωτη φλέβα, που θελε να τον πάει.
Δεν είναι το που, είναι το πως.
Που φάνταζε σαν γκάζι ανοιγμένο στην εθνική.
Σαν εικόνα πίσω απ το καπνισμένο γυαλί του Πόε, (ω Χώρα Των Ονείρων!).
Σαν αυτόχειρας κωμικός που ‘χε χαράξει πάνω του.
Σινιάλα σ έναν άγνωστο θεό.
Σ ένα δικό του. 
Δικό του, Όπως ένιωθε τα τσιγάρα που φώλιαζαν στην τσέπη.
Σκέψεις κτήμα του, πυρετικές.
Λαβύρινθος.
Είχε σταματήσει να σκέφτεται το που.
Σχεδόν ακόμα και το ποιος.
Τα πρόσωπα χάνουν τα χαρακτηριστικά τους.
Σε περιτριγυρίζουν άμορφοι.
Αόμματοι, χωρίς αγάπη ή νόστο.
Μετά από ένα σημείο χάνουν οι ερωτήσεις το νόημα τους.
Και βουλιάζεις στο συναίσθημα.
Βουλιάζεις σε σένα κι από κει φίλος, δύσκολα κάποιος θα σε τραβήξει.
Ξάφνου σταμάτησε.
Τον άρρωστο ειρμό, μα και τα βήματα του.
Έκατσε σ ένα παγκάκι.
Μεταλλικό, με δώρο τέτανο.
Έβγαλε μηχανικά το πακέτο.
Ζαρωμένο, λυπηρός μεροκαματιάρης που περιμένει σύνταξη. 
Φύλαγε ακόμα μερικά τσιγάρα.
Με τη λεζάντα του, φθαρμένη.
Περασμένα μεγαλεία.
Τράβηξε ένα με το στόμα.
Του βάλε φωτιά, να ξορκίσει το κακό.
Τράβηξε.
Κι έπειτα έκλαψε, σιδερένια δάκρυα.
Μικροί λυγμοί, που τους σιχαίνονταν.
Μα ήταν εντάξει.
Δεν ήθελε πια να ερμηνεύει.
Να ψάχνει.
Αυτή η αναζήτησή για διαμάντια στα σκατά, νισάφι.
Το σβήσε με το πόδι.
Όπως τα πάθη του.
Αφού το μάτι του εξαπτέρυγου λένε πως δε σ’ αφήνει.
Στο σκοτάδι και στ’ αγκάθια.
Στο δίλημμα που πάντα έρχεται.
Στο σταυροδρόμι μ’ ανοιχτά χέρια, εκείνη τη μέρα που ήταν όλα γκρίζα.
Διάλεξε να ζήσει.
Ν’ αναπνέει τη στάχτη και να βαδίζει τη σιωπή.
Ας ήταν ολομόναχος κι οι άλλοι όλοι μαζί.
Είτε κομεντί, είτε δράμα ταινία.
Ήταν ζωντανός, κι αυτό είχε σημασία.