HotShot

29.3.16

Το αγόρι πάτησε τα πόδια του στη λάσπη.
Και σταθερά δεν ήταν η λέξη.
Έξω, ένας κόσμος ούρλιαζε.
Αμφίρροπος.
Ήταν φθινόπωρο στις φλέβες, μια άνοιξη σαν πυρετός, θυμάμαι.
Το πλήθος.
Άλλοι με τις τσουγκράνες κι άλλοι με ανθοδέσμες.
Μα.
Η αλήθεια κρύβεται κάπου στη μέση.
Ενώ ο διάβολος στις λεπτομέρειες.
Σ’ αυτή τη βρώμικη καντίνα που όλοι σταματάμε.
Δαγκώνεις τη ζωή, άσχετα με τη γεύση.
Μια λίβρα σάρκα, το μερτικό και χρέος μου.
Ξενύχτης από βήχα.
Είδα τις μπουλντόζες στον ορίζοντα.
Να σκάβουν τα σκατά.
Δίπλα απ’ τα παιδιά.
Μια νέα Αμφίπολη, ένα Τζουράσικ Παρκ.
Ορθώνοντας κάτι που όνομα δεν είχε.
Κάτι που μου έλεγαν «δεν είναι σωστό».
Κάτι που μου έλεγαν «δε γίνεται αλλιώς».
Το αγόρι άνοιξε τα μάτια.
Νέος κόσμος εγείρεται.
Σα θέατρο σκιών.
Ποιος ζει.
Και ποιος πεθαίνει.
Ανάμεσα στο τσιμέντο.
Γιατί τα μωρά είχαν πυρετό, μα όχι όνομα.
Και οι γυναίκες γεννοβολούσαν κύστες.
Αμφιβάλλω τους ψευτοπαλικαράδες.
Στις μεγάλες κουβέντες δεν απαντώ, ανοίγω το φλασκί μου.
Ποιόν βοηθάς και ποιος σε σώνει.
Όταν κρύο σκοτάδι πέφτει.
Δίπλα απ’ τα αναμμένα βαρέλια.
Στα ζωντανά ερείπια.
Δε χωρούν σοφιστείες.
Μόνο γυμνά χέρια.
Άγνωστα πρόσωπα.
Καθρεφτίζουν ένα τίποτα που γιγαντώνεται και τρώει τον ουρανό.
Το αγόρι άνοιξε το στόμα, μ’ αυτό που είπε δεν ακούστηκε.
Γιατί ήταν ένας σπασμένος σπασμένος κόσμος.
Bad Beat στα χέρια και άμα βαστάς παίξε.
21 ενώ είσαι ήδη εικοσιπέντε.
Σ’ ένα τραπέζι χωρίς πόδια.
Αναπηρικά καροτσάκια στο γύρο του θανάτου.
Ενώ εσύ λες πως θες τον κόσμο και τα προβλήματά σου, έχουν πιάσει.
Φλόγες στα θεωρεία.
Μ’ έναν υποβολέα τηλεόραση.
Δεν υπάρχουν σωστές λέξεις.
Το αγόρι σκούπισε τα λασπωμένα δάκρυα.
Σηκώθηκε.
Γιατί ήταν σπασμένος ο κόσμος.
Μα εκείνος ζωντανός.

Ndoto

12.3.16

Άβε Νυξ.
Όσοι έχουν ύπνο χαιρετούν.
Τα μεροκάματα σε ξεπερνούν.
Όταν ανοίγεις δρόμο για τα κλάματα των άλλων.
Τα αισθήματα τους τοξικά, βροχή από μπέρμπον.
Στην λεπτή, χάρτινη πέτσα σου.
Λερώνεις μελάνι, ξεπλένεις ιδρώτα αλμυρό.
Έχεις μια κατάρα ανθρωπάκο.
Χαλάς ένα να φτιάξεις.
Το μισό.
Και άμα.
Δεν είναι λόγιος όποιος διαβάζει με κερί.
Ενώ είναι μούσκεμα βενζίνη.
Είναι πυρομανής.
Ακούς?
Σ’ ένα ραβασάκι ο Νέρωνας είπε σ’ αγαπώ κι έγινε στάχτη.

Μορφέα.
Οι ακρεβάτωτοι σε αγαπούν.
Μυστικά σε ζηλεύουν για τη λήθη.
Για την γαλήνια καταβόθρα σου.
Κρύβει τις τιμωρίες, τα θέλω, τα γαμήσου.
Μ’ ένα πέπλο που φεύγει το πρωί.
Σαν τις τσίμπλες στο νιπτήρα.
Σαν τους εραστές που δουλεύουν.
Γιατί όσοι δεν κοιμούνται κάτι έχουν.
Στον αστερισμό της ινσόμνια.
Ένας κύριος μου είπε ότι σκέφτομαι πολύ.
Πως με χαλάει.
Σαν ημερομηνία λήξης, σάντουιτς απ το πάτωμα.
Δεν είναι το φευγιό.
Είναι ο εαυτός σου.
Λάθος.
Και δε θα του ξεφύγεις.
Τρέξε όσο θες.
Μόνο θυμήσου φέρε μου ορίζοντα και τσιγάρα στο γυρισμό.

Έρεβος.
Στον αμφιβληστροειδή, στα σπλάχνα.
Ξερνάω φως στην τουαλέτα.
Μήπως ησυχάσει το θυμικό μου με μότο.
Μήπως βάλω γνώση με παροιμίες.
Ανώφελο.
Έχεις πρόβλημα, αναλώσιμε κι αξιότιμε.
Λαθρεύεις τα καλούδια του Ύπνου.
Έτσι θες, τουλάχιστον.
Λες.
Πως θα ξημερώσει η μέρα που τα όνειρα δε θα είναι μια γλώσσα στεγνή και ένας πόνος στη μέση.
Μα η αλήθεια, σαν ήλιος ολόφωτος να σβήσει το στίγμα.
Της ανημπόριας, της μνησικακίας.
Το μαύρο μίσος.
Κάνεις αυτό που αγαπάς.
Σε δέρνουν, σε φιμώνουν.
Μ’ ένα τραγούδι μικρό, ένα πιστόλι με λέξεις.
Σστ.
«Είναι εντάξει».
Μα θυμήσου να πετάξεις τα κουφάρια απ’ τα ψέματα, για το υπόγειο ζέχνει.

Απέναντι.
Αν ακούς.
Αν υπάρχει όχθη.
Θα γυρίσω ν’ αντικρίσω, ό,τι με πήρε στο κατόπι.
Μια ματιά στο μεσόφρυο του Γολιάθ.
Μεσμερισμός.
Κι αν σπάσουνε τα’ αγγεία σα βεγγαλικά.
Προτού προλάβεις να ζωντανέψεις τις όμορφες στιγμές που είχες σκαρώσει.
Θα φύγεις με χαμόγελο.
Ακούς μωρέ?
Δεν είναι ο ύπνος απάντηση.
Ούτε τα όνειρα, φτιάχτηκαν να κάνουνε το σκέπασμα απαλό.
Γι’ αυτό γύμνωσε της πράξης το μαχαίρι.
Σφάξε το μαξιλάρι.
Βγάλε έξω τούτα τα όμορφα θηρία.
Τα τάλαντα, τα χαρίσματα.
Να χορέψουν στο φως.
Κάτω από έναν ήλιο.
Που μόνο η πολύπαθη καρδιά μπορεί να πυρώσει.
Φωτιά λοιπόν.
Αν δούνε τον καπνό απέναντι θα ξέρουν ότι δεν ανασαίνουμε τσάμπα.
Σ’ ετούτη τη μεριά.
Ακούς?
Ή ακόμα ονειρεύεσαι?

DogDays

14.2.16

Μ’ ένα μυαλό, πορνό του ενενήντα.
Πουλάω λόγια της ψυχής, ίσα για τρεις κι εξήντα.
Κι αν είχα σκυλί, θα το ελέγαν Φρίντα.
Γι ανθρώπους που είναι κίβδηλοι, έχω τ’ άγγιγμα του Μίδα.

Μια εικόνα σκοτεινή για φόντο.
Βρέχει μεσ' το κεφάλι μου, οι σκέψεις κάνουν κρότο.
Ωστόσο βγάζω το σκασμό, άφιξη στο Τορόντο.
Αν μ’ αγαπάς, δώσε μου όνειρα, πάψε να κάνεις σκόντο.

Μια φωνή που μιμείται, μια κακιά συνήθεια.
Μάτια κλειστά, σαν τα παράθυρα, ψάχνοντας για τη Βύθια.
Μυρίζεις γύρω σου καπνούς? Είναι οι όρκοι εραστών, καίγονται στην αλήθεια.
Μ’ είχες, μ’ εκμεταλλεύτηκες, μια καρδιά στα νύχια.

Ένα αντικείμενο απλό, ένα τσιγάρο, μια πένα.
Φύγε και συ, άμε στο Λύκο, Μανταλένα.
Δεν είναι άλλος για τη βάρκα αυτή, που πάει στον πυθμένα.
Τώρα το σκέφτομαι ξανά, το σκύλο λέω Ρένα.

Κοίτα που κάποιος άνοιξε, το βόθρο του Ασυνείδητου.
Ο Διάβολος κι οι φίλοι του.
Σ’ άφησαν μέθυσο, σχεδόν νεκρό, σε τείχη Βηρυτού.
Το νιώσιμο πάλι να βάζεις μπρος, αυτό είναι πασπαρτού.

Σαν το γέροντα που βαδίζει τον Αχέροντα, κωπηλατώ ανάποδα.
Ξέρω τη ματαιότητα, άστρα όλα που σβήνουν, μα.
Δε θέλω επικήδειο για καρδιά, σφαίρα, αιμάτωμα.
Να λέει ήταν ξεροκέφαλος, δεν έκατσε στο πάτωμα.

Μπορώ να ζω με ώρες δανεικές? Κάτσε και μέτρα.
Με θυμικό περίεργο, μια καρδιά στη σέντρα.
Μ’ ένα μπαμπούλα κάτω απ την κουβέρτα.
Κι ένα σκυλί, στου παραδείσου την αυλή, που ακούει πια στο Χέρτα. 

ThunderTank

1.2.16

Φοβάσαι τα σύννεφα.
Αυτά που αρμέγουν κεραυνούς, που ρίχνουν τις μπουγάδες.
Κάνουν τους ανθρώπους να σκουμπώνονται.
Ν’ αφήνουνε τα χέρια.
Πεζόδρομος δίχως τέλος, σίκουελ της Ερμού.
Γεμάτες φαντάσματα βιτρίνες.
Πράγματα: εικόνες που ήθελες να ζήσεις.
Όλος αυτός ο χρόνος.
Τα νούμερα μουντζούρες.
Ημερολόγια, προσάναμμα σ’ ένα κάδο.
Με τον καπνό απ’ τα πλαστικά να σου φέρνει κλάμα, βήχα.
Εύχεσαι, ως άλλος σαμάνος.
Τις λιακάδες που μελέταγες, να τσακιστούν να έρθουν.
Όμορφες εκφράσεις : στο στόμα ερπετών.
Και έχεις υπό μάλης : τα σμήνη των πουλιών.
Αποδημώ.
Βουτιά, νερό ρηχό.
Το πάτωμα είναι ψέματα.
Ήμουν ποτέ εδώ?
Τις σιωπές που ακούγονται σα χαλάζι στο παρμπρίζ.
Πόσο τις τρέμεις, κακόμοιρε.
Κομμάτια ενός παγετώνα.
Ενός αιώνιου χειμώνα.
Που ήρθε με δόσεις.
Άτιμες νευρώσεις.
Κρύβεις τις κουβέντες, γυναικόπαιδα  κάτω απ’ το χώμα.
Κι εκείνος χτυπά την πόρτα.
Σα να εξαρτάται ο κόσμος ολάκερος απ’ αυτό.
Και δεν είναι ο μανιακός μεσσίας, μήτε ο κατηφής διάβολος.
Είναι ο κύριος με τα πιστόλια που δε φαίνονται.
Και το χαμόγελο που κλαίει.
Σα να σου λέει.
Πριν απ’ τα τριάντα.
Το ικρίωμα, ανδριάντα.
Μα δεν ανοίγω, βάζω στ’ αυτιά μου Τζώνι Κας.
Πλάτη στην πόρτα, αισθήματα ανφάς.
Αμφιβάλω αν μου έφερε, ηλιόφως στη σακούλα.
Αποδημώ.
Με μια φωνή που είναι ουρλιαχτό.
Ο ουρανός μου σκίζεται.
Ήμουν ποτέ εγώ?
Ευχή θανάτου- θάνατος.
Ευχή θανάτου- πάμε.
Λέγαμε πως δεν αντέχαμε, τα όρια που σπάμε.
Ωστόσο, να ‘μαι.
Μ’ ένα σφαχτάρι δράμα, χιούμορ κράμα.
Δε σπάει.
Και του θανάτου πείτε του, άφησα γράμμα.
Τζάμπα χτυπάει.
Δεν αποδημώ.
Σιχάθηκα το φευγιό.
Μένω.
Σαν το σκυλί που γρυλίζει στο τρένο.
Σα σώμα ξένο.
Μέσα σ’ ένα κτήριο, κατεδαφισμένο.
Με όνειρο τεράστιο και μια δουλειά για φρένο.
Ζω.
Δεν πεθαίνω.

Heavy

26.1.16

Ξύπνησε για δεύτερη φορά, περπατώντας.
Κι ήταν ο δρόμος επαναλαμβανόμενος.
Η διαδρομή, ένα τέλμα μόνη της.
Ένας μικρός, ρομαντικός θάνατος.
Δε θυμόταν να βαδίζει, μα.
Μια ριπή κρύο κίνησε τα μέσα του.
Σαν ουρλιαχτό βραχνό, από ένα λαιμό γεμάτο δέντρα.
Σαν αλύχτισμα-ένα πλάσμα δίχως όνομα.
Κοίταξε τα πόδια του, μοιρολατρικά.
Μια ψιλή βροχή ,κέντημα στο παλτό του-χλωμά αστέρια στη λάμψη λίγων watt.
Πως είχε φτάσει εδώ.
Δεν φάνταζε να έχει σημασία.
Ούτε αυτή η χαλικόστρωτη φλέβα, που θελε να τον πάει.
Δεν είναι το που, είναι το πως.
Που φάνταζε σαν γκάζι ανοιγμένο στην εθνική.
Σαν εικόνα πίσω απ το καπνισμένο γυαλί του Πόε, (ω Χώρα Των Ονείρων!).
Σαν αυτόχειρας κωμικός που ‘χε χαράξει πάνω του.
Σινιάλα σ έναν άγνωστο θεό.
Σ ένα δικό του. 
Δικό του, Όπως ένιωθε τα τσιγάρα που φώλιαζαν στην τσέπη.
Σκέψεις κτήμα του, πυρετικές.
Λαβύρινθος.
Είχε σταματήσει να σκέφτεται το που.
Σχεδόν ακόμα και το ποιος.
Τα πρόσωπα χάνουν τα χαρακτηριστικά τους.
Σε περιτριγυρίζουν άμορφοι.
Αόμματοι, χωρίς αγάπη ή νόστο.
Μετά από ένα σημείο χάνουν οι ερωτήσεις το νόημα τους.
Και βουλιάζεις στο συναίσθημα.
Βουλιάζεις σε σένα κι από κει φίλος, δύσκολα κάποιος θα σε τραβήξει.
Ξάφνου σταμάτησε.
Τον άρρωστο ειρμό, μα και τα βήματα του.
Έκατσε σ ένα παγκάκι.
Μεταλλικό, με δώρο τέτανο.
Έβγαλε μηχανικά το πακέτο.
Ζαρωμένο, λυπηρός μεροκαματιάρης που περιμένει σύνταξη. 
Φύλαγε ακόμα μερικά τσιγάρα.
Με τη λεζάντα του, φθαρμένη.
Περασμένα μεγαλεία.
Τράβηξε ένα με το στόμα.
Του βάλε φωτιά, να ξορκίσει το κακό.
Τράβηξε.
Κι έπειτα έκλαψε, σιδερένια δάκρυα.
Μικροί λυγμοί, που τους σιχαίνονταν.
Μα ήταν εντάξει.
Δεν ήθελε πια να ερμηνεύει.
Να ψάχνει.
Αυτή η αναζήτησή για διαμάντια στα σκατά, νισάφι.
Το σβήσε με το πόδι.
Όπως τα πάθη του.
Αφού το μάτι του εξαπτέρυγου λένε πως δε σ’ αφήνει.
Στο σκοτάδι και στ’ αγκάθια.
Στο δίλημμα που πάντα έρχεται.
Στο σταυροδρόμι μ’ ανοιχτά χέρια, εκείνη τη μέρα που ήταν όλα γκρίζα.
Διάλεξε να ζήσει.
Ν’ αναπνέει τη στάχτη και να βαδίζει τη σιωπή.
Ας ήταν ολομόναχος κι οι άλλοι όλοι μαζί.
Είτε κομεντί, είτε δράμα ταινία.
Ήταν ζωντανός, κι αυτό είχε σημασία.

Anthem

29.6.15

Κοιτά μαμά, η κρεμάλα.
Και η σκιά μεγάλωσε σα να την τάισα γάλα.
Είχα τρεις φίλους, τώρα κοιμούνται με σκυλιά.
Και έχω ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Κοιτά μπαμπά,γκρεμίζουνε τα όνειρα.
Μεγάλωσα και 'γω, αν και λιγάκι αθόρυβα.
Μυρίζω οργή στον κόσμο και αίμα στα στενά.
Κι έχω ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Δείτε καλοί μου άνθρωποι, κοιτάτε με ψυχή.
Το αύριο που έρχεται, με τη λοβοτομή.
Μα πριν να με κλειδώσετε, μπλούζα λευκή, φαρδιά.
Είχα ένα φόβο, ένα φόβο στην καρδιά.
*
Είχα ιστορία σουβενίρ, άσχημα πλαστικά.
Είχα Δεσμώτη μπάσταρδο, έγνεφε τσιμουδιά.
Με γόνατα που τρέμανε στη δουλειά και στο μυαλό ουρλιαχτά.
Κάποιος με φώναξε:"ραγιά".
Μ' αυτό το φόβο, αυτό το φόβο στην καρδιά.
*
Κοιτά μαμά, μια διχάλα.
Παλεύει λέει ο άνθρωπος, τον άνθρωπο αντάμα.
Κι αν ζήτησες Ομόνοια και ήρθε μαχαίρια;
Κι αν άνθισαν παντού εχθροί κι έσπειρες φαμελιά;
*
Ελπίζω.
*
Σε σχέδια που δεν ειν' χαρτιά.
Θα σφίξω το ζωνάρι μου, θα λύσω τα σκυλιά.
Θα περισώσω το παιδί και ας καούμε τ' άλλα.
Θα ασπαστώ το διάβολο, θα κατεβώ τη σκάλα.
Μα, έπειτα απ όλα αυτά.
Πατέρα κοίτα. 
Δεν έχω φόβο πια.


Santa Muerte

6.5.15

Έφτασε η νύχτα της γιορτής.
Μα έλειπε η Μουέρτα.
Κόκκινο χρώμα της πληγής.
Κι είν’ η καρδιά μου πέτρα.
*
Μου μιλάν. Φίλοι, γνωστοί.
Μα το μυαλό μου είναι στο χθες.
Γύρω μου άνθρωποι θολοί.
Ράβουν ότι απέμεινε, πολύχρωμες κλωστές.
*
Ένα φεγγάρι άρρωστο ψηλά.
Ψάχνει την κόρη με τα μαύρα.
Φεγγάρι που χει κι άλλη μεριά.
Αβάντα μου Κεντάβρα.
*
Έφτασε βράδυ πιο γλυκό, έσπασε πια το κρύο.
Οινόπνευμα στο στόμα μου, εικόνες ζωντανές.
Το σπίτι είναι ήσυχο, μα έχω στο νου φωνές.
Αφού αλλού χαμογελάς, εγώ θε πια να δύω.
*
Δε μιλάω. Πουθενά.
Κι η πόρτα μέρες κλειστή, μα ακούγεται ο κρότος.
Βάζω τα τραγούδια σου και σκίζω τα χαρτιά.
Του Κώστα το βαλσάμωμα, θλιμμένος πιερότος.
*
Δε θέλω να είμαι μάταιος, δε θέλω να μαι λάθος.
Κι αν κάτι λίγο ένιωσα, το έκαμα σε βάθος.
Τα λόγια μου τόσο φτωχά, ίσως με πράξεις δείχνω.
Δε θέλω. Ούτε χρόνο, ούτε οίκτο.
*
Ένα τσιγάρο δρόμος, ως τη σελήνη.
Κοιτά τ’ αντίπερα η Mουέρτα και καπνίζει.
Τενεκεδάκι κόκκινο, σηκώνει αργά και πίνει.
Στην άκρη από τα μάτια της, ένα λουλούδι ανθίζει.

BiteThe4

28.9.14

Αν αγαπάς ακόμη κι αν μπορείς.
Στο όνομα του, με θυμό.
Δάγκωσε τη σφαίρα.
Φτύσε χάμω τον κάλυκα, μύρισε το μπαρούτι.
Και σβήσε πια την πάρτη σου.
Στο κάδρο της φαμίλιας.
Άστους με πίκρα, με κακό, καμώματα της ζήλιας.

Αν έχεις κότσια κι άντερα.
Για των χεριών την τέχνη.
Κλείσε το μάτι στο σπαθί.
Μάθε από τα κακοτόπια, όχι από τ’ ανθρώπια.
 Αντέστρεψε πια την άμπωτη και πνίξτους όλους, μπέσα.
Τους στεριανούς, στερνόμυαλους, ίσα τα πόδια μέσα.
Δείξτους μικρά φαντάσματα, τα χάπια, τα σιρόπια.

Αν ονειρεύεσαι με κρίματα αγκαλιά σου.
Μια για το γαμώτο.
Πάνε ανάποδα.
Εναντιώσου στο χρησμό και ο Χριστός μαζί σου.
Δεν είναι ράγες η ζωή, ούτε κισμέτ ή μοίρα.
Είναι το τέρας που χαμογελά, κάτω απ’ την αρμύρα.
Κι αν είναι άσπρα ή μαύρα τα πανιά, καθόλου μη σε νοιάζει.

Φθινόπωρο, στην άδεια αυλή του Βασιλιά.
Νεκροί τώρα νεόνυμφοι, Τριστάνος και Ιζόλδη.
Παλιάτσος ήταν ο φονιάς.
Ξεπλένει το αμάρτημα με μπράντυ.
Γελά άηχα φέροντας, στίγμα του παραβάτη.
Κρατώντας στην παλάμη του, Το Μαύρο Το Σημάδι.

Στο χάλασμα των σκηνικών, στων αστεριών τη δύση.
Πρώτος το άδικο θ’ ασπαστώ και θα ζωστώ, μανδύα άλικο.
Έχοντας μνήμες εχθρικές, κρέας ανθρώπινο στα δόντια.
Μια δίψα για καταστροφή, καμία πια συμπόνια.
Μανία που όμορφη χαράζει, πάνε τα χρόνια.
Κι αν είναι οι χαρές, τα παιδιά και τα λεφτά σου. Εκατομμύρια.
Ζήσε πανευτυχής, μα. Πρόσεχε την παλλίροια.

Tower16

28.4.14

Έχω ένα πύργο κρυμμένο.
Φτιαγμένο από χαρτιά.
Βαθιά στο χαρακτήρα μου και πίσω από τα μάτια.
Όλο εγώ τον φτιάχνω πιο ψηλό.
Κι όλο αυτός χαλάει.
Μα μη ρωτήσεις Ρήγα μοχθηρό.
Τους πούστηδες Βαλέδες.
Γιατί το κτίσμα πέφτει.

  Κάρτες που κράτησα κλειστές, κάρτες καιρό καμμένες.
Μαζεύτηκαν σωρό.
Δίχως κάποιο μεγάλο σχέδιο, μια μεγάλη ιδέα.
Με μια δόση χάους και ένα κάποιο αίσθημα.
Άκουσες ποτέ για τη Βαβέλ.
Τη γλώσσα που μιλάω.
Κι εκείνη που μιλάς.
Μ’ έναν παράδεισο που ξέμεινε, στις ζωγραφιές και τα σκαριά.

Αρκάνες απ’ τα σκοτεινά, του εξαποδώ φιγούρες.
Πατάν η μία στην άλλη κι όλες μαζί στην πλάτη μου.
Στιγμές πίσω από κάγκελα.
Σκισμένες λίστες και χαρτιά, ρυτίδες πάνω σε φάτσα.
Ούτε το Δέκα το καλό με των σπαθιών το Δύο.
Ερμηνεύουν πώς μειδιώ.
Δεκάξι φορές μετάνιωσα.
Καίγομαι στο 21.

Τράβα μια κάρτα, αν έχεις κότσια.
Δώσε κομμάτι ονείρου, ρουλέτα της ζωής.
Και πόνταρε στους ανθρώπους σου, να δεις για πότε χάνεις.
Κρατούνε λόγια και χαρτιά.
Γίναν οι άνθρωποι στοιχειά.
Στο στήθος βάρος τα μυστικά.
Και δεν κοιμάσαι πια.

Ωστόσο, δεν ξόφλησα ακόμα.
Δεν απέτυχα.
Έγινα μόνο άριστος, να ξεκινάω πάλι.
Και ο Τρελός της τράπουλας χαζεύει τα συντρίμμια.
Πλησίασε και μη στενοχωριέσαι.
Κάθε που ξημερώνει, κάθε Δευτέρα, κάθε αγάπη περσινή.
Θα βάζουμε μπρος αστεία, γρίφους και κάρτες στο σωρό μας.
Ενώ η βροχή είναι κεραυνός, θα χτίσουμε.
Μια τρανή βλαστήμια.