We. March.

23.3.23

Δεν κρατά πολύ.
Όπως το κρύο του Μαρτίου.
Έτσι το χιόνι στην καρδιά.
Λιώνει.
Κάτω απ’ τα παλούκια που χεις κάψει.
Κι απ’ τα τσιγάρα τα σβηστά.
Απρίλιος ο γελωτοποιός, γεννήθηκε ξανά.
*
Δεν κρατά πολύ.
Όπως ο Γραίγος σε μαζεύει.
Τις νύχτες που εσύ ντύνεσαι ελαφρά.
Το μέσα σου κρυώνει.
Δεν είναι ο αέρας που θα σε βλάψει.
Το μέσα σου γρυλίζει και έξω κάνει ξαστεριά.
Ευχήθηκες κάποιες μέρες, να πέρναγαν γοργά.
*
Δεν κρατά πολύ.
Σαν τα πυροτεχνήματα.
Και τα ποτά τα αψιά.
Σκόνη.
Σκέπασε τον οίκο σου μα λες πώς είναι ντάξει.
Λες πως δεν ήρθε η ζαριά.
Φορώντας τη ζακέτα σου, τρεκλίζεις στα σκαλιά.
*
Δεν κρατά πολύ.
Όπως το καρδιοχτύπι και το συρματόπλεγμα.
Τούτο το κουκλοθέατρο, που πλήρωσα ακριβά.
Κάπου τελειώνει.
Ποιος το προσωρινό τάχα θ’ αλλάξει.
Γι αυτούς που έχασαν, κάτι, που πίσω δε γυρνά.
Μόλις ξημέρωσε - και είναι ήδη αργά.
*
Κι όσοι καταριούνται την αυγή.
Όσοι εναγκαλίζουν τη σύγκρουση, που είναι η ζωή.
Κάποιες φορές θυμούνται.
Πως δεν κρατά πολύ.


Kite, Like

28.2.23

Άραγε.
Εμείς οδηγούμε τον αετό.
Ή πάμε όπου τραβάει.
Με ζορισμένη χολή κάπου στον Αγιόκαμπο.
Ή με κατάθλιψη στον Υμηττό.
Θυμάμαι κάποιες χρονιές να βλέπω ουρανούς με τελείες.
Βαδίζοντας προς το σφαγείο.
Από την πλατεία ως το μπάντμιντον, χαρμόσυνο τραπέζι.
Άνθρωποι με τα καλά τους, να τρώνε.
Τα απομεινάρια μου.
*
Άραγε.
Έφτασα εγώ μέχρι εδώ.
Ή κάτι άλλο με σέρνει.
Τα μάτια μου στο πάτωμα, βολβοί που δεν ανθίζουν.
Μικρές γροθιές που έσφιγγα για μήνες.
Θυμάμαι να ζω μακριά από το φάσμα του ορατού.
Ψάχνοντας ηρεμία.
Από το πατρικό ως την εθνική, μια πομπή μαρτύρων.
Άλλοι εκμεταλλεύονται και άλλοι καταριούνται.
Ανάλγητοι κι ανέσπεροι, όσοι με φυγαδεύουν.
*
Άραγε.
Οι μέρες περνούν.
Ή εμείς περπατάμε απάνω τους.
Εσώκλειστος πίσω από σύρματα.
 Ή εξόριστος στο σπίτι μου.
Θυμάμαι κάποιους μήνες που μοιάζαν χρόνια.
Γράφοντας γράμματα που δεν είχαν παραλήπτη.
Από πού να αρχίσω δε σκέφτηκα καλά.
Και στο τέλος, ίσως αυτό να έχει σημασία.
Ή ίσως, εγώ το κάνω να έχει.

Sonshō

1.4.19

Οι λέξεις μου είναι φτωχές.
Και δε φτάνουν ποτέ.
Να καλύψουν τις ζημιές που έγιναν.
Να ράψουν τις πληγές.
*
Μα οι άνθρωποι.
Που βαδίζουν την κοιλάδα.
Κι αναπνέουν το σκοτάδι.
Ξημερώνουνε το αύριο.
*
Οι κουβέντες μου είναι τόσο λίγες.
Και δεν μπορούν.
Να σε βγάλουν απ’ τα συντρίμμια.
Δεν είναι μάγια, απλά προτάσεις και κλάμματα.
*
Τα πρόσωπα, ωστόσο.
Όσων έζησαν το χαμό.
Μέσα από τις φλόγες εισχωρούν.
Σαν υδροπλάνα στην πυρκαγιά.
*
Αφού αδειάσουν το φορτίο.
Αφού πουν αντίο.
Μένουν σε μια στάχτη, ολοδική τους.
Μ’ ακόμα ξυπνάνε το πρωί.
*
Και δε μπορώ μ’ αυτά τα λόγια να βοηθήσω.
Με μια βραχνή φωνή, μια δίψα να καταλάβω.
Εγωιστικά αν μπορούσα, να ένωνα.
Τα κόκκαλα που σπάνε.
*
Όμως τα μάτια τους.
Αυτοί οι πλανήτες της λύπης.
Κοιτούν πέρα από μένα.
Εκεί που ίσως θα έπρεπε να κοιτώ.
*
Αυτά τα συναισθήματα, στη χούφτα κάρβουνα.
Οι συζητήσεις ξυράφια.
Ισορροπίες λεπτές.
Σα να χορεύεις μπαλέτο, σ’ ένα ναρκοπέδιο.
*
Κι ας είναι ανύμπορες, τις χρησιμοποιώ.
Κάθε μου λέξη, κάθε χαζή μου γκριμάτσα.
Ότι μπορούν τα δυό μου χέρια.
Και το ελάχιστο, που κατανοώ.
*
Κι όταν δεν έχω άλλα να πω.
Καμιά φορά προσεύχομαι.
Ελπίζω.
Οι άνθρωποι τούτοι να χαμογελάσουν πάλι.
Να είναι εντάξει.
*
Αυτό που συνεχίζεται.
Άλλοι το λεν στεγνά, ζωή.
Ο αδερφός μου το λέει
Το Κυνήγι της Ευτυχίας

Mantra

5.2.18

Ήτανε μέρες που δεν ήθελα να γράψω.
Ήθελα να τα αφήσω γι’ αύριο.
Ήθελα να κοιμηθώ.
Έναν ύπνο λυτρωτικό.
Κι όταν ξυπνήσω να είναι εντάξει.
Μα δεν ήταν εντάξει.
Κι ο δαίμονας μου ντύθηκε το πιο φίνο μετάξι.
*
Ήτανε νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Ήθελα να αφήσω το μυαλό μου στην τοστιέρα να ψηθεί.
Ήθελα να καεί.
Στις σκέψεις που με στοιχειώνουν εσαεί.
Να βρεθεί ένα ήσυχο τέρμα.
Μα δεν υπήρχε τέρμα.
Με βουλωμένα μάτια, πρωταθλητής στο τέλμα.
*
Ήτανε λέξεις που δεν τόλμαγα να πω.
Πικρό ποτήρι αυτό.
Κι οι περιορισμοί στενεύουν, σαν δεν μπορώ να εκφραστώ.
Όταν κανείς δε νιώθει, αυτό που εννοώ.
Νόμιζα συν το χρόνω θα απελευθερωθώ.
Μα είμ’ ακόμα, ειμ’ ακόμα εδώ.
Στο κρύο μου δωμάτιο, παράθυρο κλειστό.
*
Ήτανε φορές που ευχήθηκα να ήταν αλλιώς.
Τα πράγματα που ήρθανε και οι επιλογές.
Να μην είμαι ευαίσθητος, να ήμουν μοχθηρός.
Σ’ αυτή τη γαμημένη ιστορία ο Κακός.
Τα μάτια έκλεισα, και πήρα μια ανάσα.
Και δεν ευχήθηκα, μα ακόμα καταριέμαι.
Μοιρολάτρης και μίζερος, δεν είμαι ‘γω αυτός.
*
 Ήτανε άνθρωποι, τη μια στιγμή.
Επόμενη δεν ήταν.
Φίλοι καλοί και εραστές.
Στις μαύρες μέρες, σαν οχιές.
Αυτοί με πόνεσαν απ’ όλα πιο πολύ.
Μια αγκαλιά στο διάβολο, που έμεινε μισή.
Μια πληγή κρυφή.
*
Ήταν ο Κώστας στα όρια.
Και κάπου χάθηκα, στο δρόμο για τη Μόρια.
Μα ρίχνω τις αναστολές στον όμορφο γκρεμό.
Κι άλλο δε μετανιώνω, για όσα πρόκειται να πω.
Ας είναι ατελές, ας είναι ποίημα κουτσό.
Σπουργίτι που πετά, πάνω απ’ το χαλασμό.
Έτσι εγώ θα ζω.

Muezza

13.4.17

Ο γάτος που περπάταγε στην άκρη του κόσμου.
Ήταν δικός μου, αφήνω το βιός μου.
Στην άκρη των υδρορροών, σ’ ένα ανέλπιστο παρόν.
Μια απέραντη ταράτσα, μόνο για να χορεύεις σάλσα.
Και στο μικρό μπαλκόνι, γεμάτο πράγματα παλιά.
Νεκρά ποντίκια στη σκάλα, κι ακόμα αγάπη στην καρδιά.
Χωρίς κιρκάδιο ρυθμό, ίσως σου άρεσε εδώ.
Στου κόσμου το κουρνιαχτό(γουργουρητό).
Τις μέρες μου τις κοιμήθηκα, για να ξυπνώ τη νύχτα.
Δίχως να φοβάμαι το σκοτάδι.
Με μάτια ημισέληνους, βλέπω πλέον καλά.
Φοβάμαι ωστόσο το νερό.
Και την παλίρροια που γυρνά, καμιά φορά.
*
Ο γάτος που πάταγε αλαφρά στις σκέψεις μου.
Έκρυβε στην άμμο του τις έξεις μου.
Σ’ ένα περβάζι ανέβηκα, να βλέπω το χαλάζι.
Μα για να φτάσουμ’ ως εδώ, όλοι, έχουμε πέσει.
Ρίχνει ακόμη: κόπιασε, σου φύλαξα τη θέση.
Έχω μια μπόρα στο μυαλό, έχεις στο γέλιο σου ηλιαχτίδες.
Κι αν ήξερες, θα έφτιαχνες, μέρες αλκυονίδες?
Σ’ αυτό τον κόσμο της βροντής(
hiss).
Το ποτήρι μου έριξα, να ζω αφυδατωμένος.
Χωρίς πια μένος.
Αν ακούσεις το κουδούνι μου, δε θα ‘μαι δεμένος.
Φοβάμαι λιγάκι τους άλλους.
Όχι το μοχθηρό, μα τον καλό εαυτό τους.
*
Ο γάτος που σουλάτσαρε στο συνειδητό.
Κάνει μια βόλτα απ’ το Παρίσι ως τη Βηρυτό.
Κάτω απ’ τα κεραμίδια θάβει τις λύπες.
Κι όταν ακούσω νιαούρισμα, θα ξέρω ότι ήρθες.
Μα μέχρι τότε, βάζω το χαλάκι ανάποδα.
Αποφεύγω τους ανθρώπους, μιλάω στα τετράποδα.
Στον κόσμο που λείπει η χαρά(μια σηκωμένη ουρά).
Δυο ψυχές φτωχότερος, ωστόσο πέντε ακόμα.
Κι αν κάτι θα σου ζήταγα, είναι λιγάκι χρώμα.
Αυτό το γκρι απόβραδο που με θερίζει.
Κι όταν χωράω πουθενά, κοιτώ το γάτο που ατενίζει.
Να γελάς μικρή μου, ξόρκισε το δράμα και τη φρίκη.
Πριν απ’ τα τριάντα μου, ζωή μου τρίτη.

777

1.4.17

Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια.
Τι κάνεις?
Κίτρινα φανταχτερά, ποτισμένα με ραδιενέργεια.
Τόση που λιώνουν τα χέρια που τα κρατάν.
Όπως η ζήλια λιώνει τη μάσκα, μικρό μου Φάντασμα της Όπερας.
Ποιος μπορεί να διαφυλάξει την ομορφιά από την τοξικότητα.
Άνθρωποι ξινίζουν, με γκριμάτσες αγνώριστες τ’ αφήνουν όλα να πέσουν κάτω.
Και συ γελάς: παραμορφωμένος και κακός.
Στη βροχή των αντικειμένων, στο μάτι του κυκλώνα.
Νόμιζες πως θα βάσταγες μα.
Δε μπορείς να αγκαλιάσεις ένα κορμί από φωτιές.
Δίχως να γίνεις παρανάλωμα.
Συγγνώμη.
*
Όταν η ζωή σου δίνει κεράσια.
Τι κάνεις?
Με χρώμα κόκκινο του αίματος, στο χρώμα που έχουν οι μάρκες σαββατόβραδο.
Καθώς η ζωή χωρίς τα ρούχα της είναι τυχαιότητα.
Χτυπάς το τζάκποτ μέχρι να σπάσεις τη μύτη του.
Αφού δε φτάνει ένα ποτήρι και μια κραυγή να ξεθυμάνεις.
Χτυπάς με λύσσα έξω από καζίνο, ξυπόλητος, για πιθανότητα.
Μα κάποια πράγματα, δεν αλλάζουν, φτωχέ μου Έρικ, τα λένε γεγονότα.
Άνθρωποι θυμώνουν, με κραυγές που σε ξυπνάνε ακόμα τις νύχτες.
Γιατί, δεν ήρθαν όπως θέλανε.
Και συ μουτζοκλαίς: γκρινιάρης και παράλογος.
Νόμιζες πως θ’ ακροβατούσες στο όνειρο τους, για εκείνους μα.
Αν παγιδευτείς σ’ ένα όνειρο που γκρεμίζεται.
Πέφτεις σ’ ένα απύθμενο σκοτάδι.
Λυπάμαι.
*
Όταν η ζωή σου δίνει κενό.
Μαύρο κι απελπιστικό. 
Ρουφά την όρεξη και καίει το μυαλό.
Παράσιτα στην τηλεόραση, μιλάς και ακούς το ίδιο.
 Φωνή της Καρλότας, φωνή της Κριστίν.
Το φως είναι της ανάκρισης μα η καρέκλα σκηνοθέτη, σ’ ένα σπίτι που έχει σάρκα.
Άδειος πια, ανώφελος, ξέχασες τι ζητούσες.
Το κέικ της ματαιότητας βγαίνει απ’ το φούρνο.
Τι κάνεις?
ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΙ.
Ένα σταυρό στην καρδιά των βαμπίρ που αγάπησες.
Γιατί έχεις ακόμα λίγο αίμα.
Ένα βήμα ακόμα, πληγωμένο κι ίσως μ’ ένα λυγμό.
Γιατί ακόμα έχουμε δρόμο.
Ένα χαμόγελο ακόμα, ας πονά σα σπασμένο χέρι.
Γιατί ίσως δεν είναι τόσο άσχημα, γλυκό μου πρόσωπο.
*
Και δε λέω συγγνώμη πια.
Αν και με θρυμματίζει.
Ο αποχωρισμός, απ’ ότι έκανα κομμάτι του εαυτού μου.
Αυτή η δίψα για κατακερματισμό.
Ο ρόλος του φαντάσματος, που δεν είναι πάντα ωραίος.
Όταν η ζωή μου έδωσε εσένα, ήμουν ευτυχής.
Και ίσως θα ήθελα να μείνω.
Σ’ αυτό το δύσκολο ηλιοβασίλεμα.
Σ’ αυτό το μονόλογό σου.
Μα δεν έχω άλλο.
Απ’ αυτό που είχα.
-

CutHM01

20.2.17

Τα δέντρα.
Κάτω στο τσιμέντο, κόβονται.
Τα δέντρα καίγονται.
Τα δέντρα.
Πέφτουν.
*
Κι αν σου τα πω όλα δυο φορές, θε να ξεχάσω κάτι.
Όταν θα σβήσει η φωτιά, θα καίει ακόμα η στάχτη.
Αυτό το απωθημένο μου, το γαμημένο άχτι.
Το κίνητρο μου έδωσε, μια μαχαιριά στην πλάτη.
*
Τα κάστρα.
Κάτω από τη Χάρη του Θεού, πολιορκούνται.
Τα κάστρα γκρεμίζονται.
Τα κάστρα.
Πέφτουν.
*
Με άλλοθι για το κουφάρι στο πατάρι.
Έχω κακά αστεία απόθεμα, γκριμάτσες Ντάνι Κάρει.
Κι αν έσπασε το ξίφος μου, κρατάω το θηκάρι.
Μαύρο παιδί του Θεριστή, τ’ αλεστικά θα πάρει.
*
Οι άνθρωποι.
Κάτω από περιστάσεις, αποχτηνώνονται.
Οι άνθρωποι σπάνε.
Οι άνθρωποι.
Πέφτουν.
*
Πίσω από πόρτες το κατάλαβα, η θραύση θα περάσει.
Κι αυτός ο ματαιόδοξος μπάσταρδος, μια μέρα θα γεράσει.
Κάποιος άντρας είπε: Αν δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, εσύ άλλαξε στάση.
Κάποιος άλλος δε μίλησε: Με ώμους προς στο κακό, τράβηξε προς τη Χάση.
*
Τα άστρα.
Κάτω απ’ τα μάτια σου έλαμψαν.
Τα άστρα σβήνουνε.
Τα άστρα.
Πέφτουν.
*
Κι αν μου έμενε μια ευχή από τις τρεις, στο λύχνο.
Θα ήταν ότι αισθάνομαι, όσο μπορώ να δείχνω.
Οι μελλοθάνατοι θα ζήσουνε, στους λέοντες με ρίχνω.
Δε μένει αγάπη μήτε ουρλιαχτό, στα γράμματα το ίχνος.
*
Τα πουλιά.
Κάτω απ’ τα σύννεφα ροκανίζουν τον παράδεισο.
Τα πουλιά, θα κινήσουν για το Νότο.
Τα πουλιά.
Πετούν.
Δεν πέφτουν.
*
Κι αν τίποτα δεν μπόρεσα να πω,  θα πω πως είναι αστείο μα
Ο Κρεμασμένος τραγουδά πριν το ικρίωμα.
Τα λάθη πότισα μελάνη κι αυτά γινήκαν βίωμα.
Σαν φύγαν όλοι για το Νότο, μάθε ν’ ανοίγεις στο κρύο τα
Φτερά.

Hands

5.1.17

Με χέρια όμορφα, σαν όπλα.
Κράτησε το νεογέννητο μέλλον.
Κι ύστερα εκπυρσοκρότησε, μέχρι να πέσουν τ’ αστέρια.
Γιατί λέγανε ψέματα-αυτός είναι ο λόγος.
Ο λόγος που ακόμα ουρλιάζω στο γκρεμό σα να μ’ ακούει.
Ο λόγος που βρίσκω καταφύγιο στο κουρνιαχτό.
Σιχαμένο μούχρωμα, απαίσιες νεφέλες.
Όσο μακριά κι αν στοχεύσεις.
Δε θα φτάσεις το τέρας του φεγγαριού.
Παρά θα μείνεις χωρίς βαρύτητα κι ανάσα.
Στη μέση του πουθενά.

Με χέρια ξύλινα χωρίς φλέβες.
Έπνιξε τις ελπίδες στο ρέμα.
Κι έπειτα πέταξε τις σελίδες του στη φωτιά.
Γιατί είχαν τα κομμάτια του-αυτός είναι ο πόνος.
Ο πόνος να μοιράζεις την ψυχή.
Ώσπου να μείνεις διαφανής στο πρωινό φως, άψυχος.
Άοσμες μέρες αργίας, που το μίσος έχει γεύση.
Όσο κι αν καυτηριάσεις τα ένστικτα.
Όσα θηρία κι αν κάψεις ζωντανά.
Πάντα θα σε κοιτάζουν μάτια άγρυπνα, από εκεί που φως δε φτάνει.
Από το Σκοτάδι.

Με χέρια τιτανικούς.
Αγκάλιασε τα άγνωστα νερά.
Κι εκείνα τον ασπάστηκαν σαν πατέρα, σα χρόνια ναυαγό.
Γιατί στο νησί που γιατρεύει τις ψυχές-ζει ο χρόνος.
Ο χρόνος που ψάχνεις.
Μια κραυγή ματώνει το λαιμό μου και λέει ΤΩΡΑ.
Πεισματάρικα δειλινά, θυμάσαι την όψη του πατρός.
Όσο κι αν κοστίσει.
Όση πνοή έχει μέσα τούτο το σαρκιό.
Μέσα από τις χίμαιρες και τους εφιάλτες, μ’ αυτά τα χέρια.
Θα προχωρώ.

Reaper

7.10.16

Να φοβάσαι το Θεριστή.

Το μίσος μου, βυθός απέραντος.
Μ οδήγησε σ ατραπούς που καίγανε σα ναπάλμ.
Κι έμαθα, ω ναι
Πως να δαγκώνω τα φίδια, πέπτοντας το φαρμάκι.
Να χορεύω τις φωτιές, να μιλάω το σκοτάδι.
Κι είδα ανθρώπους ταριχευμένους από αισθήματα με κόγχες κενές
Έχασα το κλειδί που χα φυλάξει, το μικρό μου νόημα.
Σ ένα κεφάλι που έβρεχε μονίμως, περπατούσα στη βροντή.
Ήταν η νύχτα η πιο πυκνή, τότε που ονειρεύτηκα.
Σ ένα καθρέφτη σπασμένο είδα

Ο θεριστής δεν είχε πρόσωπο
Μονάχα ένα μανδύα που ανέμιζε.
Στο χρώμα του κενού 
Ατενίζοντας από ένα ξέφωτο.
Κτίσμα απόμακρο που είχε γύρω λίμνη.
Κι όπως ο νους μου,αιώνια καταιγίδα 
Ο πύργος που βλέπε, συνέχεια γκρεμιζόταν
Καθώς φτιαγμένος από πλίνθο κ πέτρες, δεν άντεχε τις αστραπές.
Έπειτα κουρασμένος, σηκώνεται.
Κάθε φορά, πιο δύσκολα.
Ώσπου.
Ο ακατανόμαστος τον ευλόγησε με μια κατάρα.
Να αντέχει.
Κι ο πύργος γυάλινος πια, φορά τον κεραυνό για διάδημα.
Τα μαύρα σύννεφα για ρούχα, έχει.
Έπειτα η φιγούρα με κοίταξε επίμονα.
Μάτια κάρβουνα του χάους.
Λες κι ήμουν εγώ ο

Ξύπνησα σ ένα παράθυρο ανοικτό, μ άνεμο στο πρόσωπο 
Η μέρα που χάραξε ξέπλυνε τους εφιάλτες
Μια Ηλιαχτίδα τρύπησε το δώμα του νου, ζεσταίνοντας με.
Σ ένα ντουλάπι σκονισμένο κι ασιδέρωτο βρήκα το νόημα πάλι.
Χέρια μ αγκάλιασαν κι ένωσαν τα κομμάτια 
Ακούγοντας το φως, σωπαζοντας το χτήνος
Πως να γράφω το αίμα μου χαράζοντας πορεία.
Το γνώρισα καλα.
Στο μονοπάτι που πάει μέσα απ το ρήγμα, στο μούχρωμο ορίζοντα.
Με την αγάπη μου, θάλασσα πλατιά λευκή.


Μη φοβάσαι το Θεριστή.

Ablaze

26.9.16

Δώσε μου λίγη από αυτή την αγάπη που έχεις, στο πακέτο απ’ τα τσιγάρα σου.
Κι ύστερα άσε με σα φωτοβολίδα στο τυφλό, αφιλόξενο κενό.
Στη σκέψη σου, Προμηθέας κι Εωσφόρος.
Θα φτάνω σε άγνωστα βάθη, βρίσκοντας νέες λέξεις.
Έτσι, θα σ αγαπάω πιο πολύ.
Κοίτα.
Τα τέρατά μας παίζουν ήσυχα στο Σκοτάδι.
Εμπιστεύσου με, έχω το χάρτη Του στην πλάτη μου.
Χαραγμένο, σαν τον πιο όμορφο ήλιο που βγαίνει στα μάτια σου.
Από την άγρια, αδάμαστη θάλασσα.
Όπως οι ξέμπαρκοι χαζεύουν τις καραβέλες, σε θωρώ.
Πίνοντας το κάτι τι τους.
Ζούμε σε πόλεις που δε θα δεις ποτέ σε ονείρωξη.
Με σώματα μικρά από πλαστικό.
Που θέλουν, μα δε μπορούν πια να κρυφτούν.
Από τον Όργουελ και τη ραδιενέργεια.
Μα, νιώθω τις φλέβες μου, ρίζες αρχέγονες να με τραβούν σε σένα.
Στο μύχιο χαμόγελό σου.
Σ’ έχω μέσα μου: μια όμορφη κοπέλα στο μουσικό κουτί.
Η άγρια φύση σου λειαίνει τις αιχμηρές άκρες.
Τον τραυματικό εαυτό.
Πλευρές του Παλιανθρώπου.
Σ’ έχω μέσα μου, ακούω τη μελωδία.
Δώσε μου λίγη απ’ την αγάπη που σκοτώνει τη χολέρα.
Κι έπειτα άσε με να φωτίσω.
Σα σινεμά στην Αλεξάνδρεια, κοντά στο σταθμό των τρένων.
Με μάτια ορθάνοιχτα, κοιτιόμαστε.
Ως που απ’ το μπαλκόνι φυσά.
Ούριος άνεμος, πανιά που εγκυμονούνε ταξίδια.
Μέχρι εκεί που τα κύματα χύνονται.
Μέχρι το μουσικό κουτί μου να πάψει να γρυλίζει.
Η αλαβάστρινη κοπέλα θα χορεύει.
Εμπρός.
Νίνα, Πίντα, Σάντα Μαρία.
 Δώσε μου λίγη απ’ την αγάπη που γλυκαίνει το σύμπαν.
Κι όσες φορές γκρεμιστώ, χαθώ στα κύματα.
Πάντα θα χτίζομαι ψηλότερα, με κεραυνούς στους ώμους.
Ίσα να φτάνω στο παραθύρι και να φιλώ το χέρι σου.
Έτσι θα σ’ αγαπώ.

Judas

9.9.16

Τα ποπκόρν πετάγονται σαν τρελά μέσα στο μικροκυμάτων.
Σα δημοσιουπάλληλοι στην κρίση των πενήντα.
Εγώ κύριε; Εγώ κύριε;

Το προδοτικό βούτυρο που σε σκοτώνει με τους Ρωμαίους υδατάνθρακες.
Ποιος κατοικεί στην πραγματικότητα σου.
Τις ώρες που λείπεις στη δουλειά κι υφαίνουν οι αράχνες.
Όταν η μηχανή είναι στο ρελαντί, κι όλα είναι εικόνες.
Της εικόνας.
Που θυμάσαι.
Γιατί κανείς δε ζει τη συνειδητότητα.
Μονάχα τα ποπκόρν που τινάζονται σα πυροτεχνήματα, σα πόδια κρεμασμένου.
Όλοι είμαστε απασχολημένοι με το να ξύνουμε τον καβάλο μας, εκει που μας παίρνει.
Λησμονούμε ομως, το χρώμα και τη μουσική.
Και τους ανθρώπους που μας ράβουν όταν είμαστε κομμάτια.
Το κρασί έχει γεύση σαν τσίσα άρρωστης γάτας, κάπου στο Λυκαβηττό.
Κάνει ραπέλ στον ουρανίσκο, δεν έχει κάτι άλλο να πιεις.
Και χτυπά το συκώτι σου σα μουσάτος ξυλοκόπος με μπράτσα μες τα τατού.
Ποιος γυρνά στο μυαλό σου.
Όταν βγάζεις την μπρίζα.
Κι ένας πανανθρώπινος αυτόματος πιλότος μας τσουγκράει και μας φιλιώνει.
Γιατί κανείς δε σκέφτεται σε βάθος.
Μονάχα τοξικά ρηχά νερά, και λίγοι κώλοι απ την ξαπλώστρα.
Μονάχα το κρασί σκέπτεται πως θα ταν καλύτερα να χει μέσα του ένα καράβι, η ένα χάρτη θησαυρού.
Όλοι είμαστε πολύ μεθυσμένοι για εξυπνάδες.
Ξεχνάμε ωστόσο τη νηφαλιότητα.
Την έννοια της υγείας.
Και όλες εκείνες τις φορές που γλίτωσες, καθίκι.
Τα τσιγάρα καίγονται σα σούπερ νόβες.
Λες και οι κου κλουξ είναι σε φάση αμόκ.
Κι ο καπνός παραπλανά, ίσως πιότερο απ το σκότος.
Ποιος σφίγγει την καρδιά σου.
Όταν η νάρκωση και το μούδιασμα φεύγουν και μένει αυτός ο λεπτός και συνεχής σαν τραγούδι στο ραδιόφωνο.
Πόνος.
Και η αυτοκαταστροφική κουκαράτσα τρώει το μέσα σου, πικρή χολή ξερνάς και μικροπρέπεια.
Γιατί κανείς πια δεν αισθάνεται τον Άλλο.
Μονάχα το ντράμα μας σ όλο το μεγαλείο, σε πρώτη προβολή.
Μονάχα το τσιγάρο αισθάνεται το πέρας- τρέμει να σε κάψει και ντρέπεται τη στάχτη του.
Γιατί όλοι δεν έχουμε χρόνο για τα προβλήματα του άλλου.
Τον καθρέφτη της Έριζεντ.
Το mea culpa σ άλλη σάρκα.

Και εκεί κάπου ανάμεσα, της σάρκας και της φλούδας.
Φαινόμενο της Πεταλούδας.
Γεννιέται ο Ιούδας.

Trains#2

6.9.16


Από τα σκοτεινά, τρένο.

Το τζάμι καθρεφτίζει τον προορισμό, εσένα.
Από το τούνελ, φως.
Ο αργός ρυθμός απ τις ρόδες σε νανουρίζει.
Για να ξυπνήσεις και να διαπιστώσεις πως είσαι ζωντανός.
Κι αυτό είναι εντάξει.
Όπως και όλα τα σημάδια σου, όλα τα σχέδια απόδρασης από τη φυλακή.
Όλα έχουν την ομορφιά που τους δίνεις- αυτή τη γλυκιά γεύση του παλέματος.
Οι ράγες απλώνονται σα φλέβες στο λεκανοπέδιο.
Η αγγείωση του τέρατος που στοργικά μας κρατά στην αγκαλιά του.
Μέχρι να βρεις τον αφαλό της γης και πίσω να γυρίσεις.
Έχεις χρόνο.
Σ αυτές τις άγριες ανάσες να χαθείς.
Τις νύχτες που τέλος δεν βρίσκουν ,με τους ανθρώπους π αγαπας.
Και να χαρείς, δεν είναι αμαρτία.
Σ αυτή τη βροχή της στάχτης να χαμογελάσεις.
Τουλάχιστον μορφάζοντας.
Σαν τον Αρμαγεδδώνα τον ίδιο.
Καβαλάμε ένα τρένο, και είμαστε τρελοί.
Κι αν στη Ζωή κάνουν καμάκι δυο άντρες, ο Θάνατος πίνει ποτά πίσω στο μπαρ.
Κι όλη η αγάπη που 'χω δε χώρα σ ένα βαγόνι.
Γι αυτό αν έχετε όπλα και θε να μου πάρετε τι έχω.
Ελάτε.
Ελάτε με κακό και με μανία.
Γιατί απ αυτό που θέλετε, πάντα θα έχω κι άλλο.
Το τρένο τρέχει, σα φωτοβολίδα.
Μας κουβαλά κάπου μα ακόμα δεν κατάλαβα.
Τι ζει μες το σκοτάδι.
Το μόνο που με νοιάζει, είναι να μ αγαπάς